ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΙΣΤΟΡΙΑ

Οι «Πρώτοι παρτιζάνοι της Ευρώπης»

0

του Κώστα Μπορδόκα

Την ιστορία του κατεβάσματος της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης τη νύχτα της 30ης προς 31ης Μαΐου 1941, την γνωρίζουμε κυρίως από τις αφηγήσεις του Μανώλη Γλέζου. Η μακρά πορεία του τελευταίου σε όλους τους νεώτερους πολιτικό-κοινωνικούς αγώνες της χώρας, αφήνει στη “σκιά” έναν εξίσου σημαντικό ιδεολόγο αγωνιστή και συνοδοιπόρο αυτής της εμβληματικής αντι-ναζιστικής ενέργειας, τον Λάκη (Απόστολο) Σάντα αποστάματα από το βιβλίο του “Μια νύχτα στην Ακρόπολη” θα παρουσιάσουμε παρακάτω. 

Ο τελευταίος γεννιέται στις 22 Φεβρουαρίου 1922 στην Πάτρα, και λόγω της δουλειάς του πατέρα του (δασάρχης που εργάζεται στο υπουργείο Γεωργίας) στα παιδικά του χρόνια γυρίζει με τα τρία αδέλφια του πολλές περιοχές της χώρας. Από το 1935 μένει μόνιμα στην Αθήνα και πηγαίνει στο 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, κοντά στη σημερινή πλατεία Κουμουνδούρου, έχοντας ως συμμαθητή τον Μανώλη Γλέζο.

Παρότι όπως όλοι οι μαθητές της εποχής ανήκει στην ΕΟΝ, η γνωριμία του με δύο νέους από τα Δωδεκάνησα που βρίσκονται υπό Ιταλική κατοχή αρκεί ώστε να γνωρίσει από μέσα τις πρακτικές του ιταλικού φασισμού και ν’ αναγνωρίσει την υπό τον Ιωάννη Μεταξά ελληνική εκδοχή του. Έτσι όταν έρχεται η 28η Οκτωβρίου 1940 είναι ιδεολογικά ώριμος να στραφεί στο δρόμο της αντίστασης κατά των εισβολέων. Παρότι έχει γραφτεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ζητά να πάει ως εθελοντής στο ελληνο- ιταλικό μέτωπο αλλά απορρίπτεται λόγω του νεαρού της ηλικίας του.

Όταν στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην έρημη Αθήνα, αρχικά η σχολική παρέα προσπαθεί να διαφύγει μέσω Πελοποννήσου στην Αίγυπτο όπου έχουν καταφύγει τα τελευταία τμήματα του ελληνικού στρατού, αλλά ο βομβαρδισμός του Ισθμού της Κορίνθου τους υποχρεώνει να επιστρέψουν πίσω.

Μία βόλτα με τον φίλο του Μανώλη Γλέζο στο Ζάππειο αρκεί για να εντοπίσουν τον εμβληματικό στόχο :“Λάκη, κοίταξε κει πάνω, κοίταξε να ιδείς τι γίνεται”. Χωρίς να χρειαστούν να πουν πολλά συνεννοούνται “Ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να τους κάνουμε, αν μπορούμε”. Αναζητώντας τρόπους προσέγγισης του Ιερού Βράχου, περνούν πολλές ώρες στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη ώστε ν’ ανακαλύψουν ξεχασμένες λεπτομέρειες του χώρου τον οποίο κατοπτεύουν για ημέρες.

Καταλήγουν στο βορεινό μέρος του Ερεχθείου όπου βρίσκουν  μια ρωγμή στο σπήλαιο της Αγραύλου, μια ξύλινη πόρτα κλεισμένη με σανίδες, μαδέρια από παλαιότερη γαλλική ανασκαφή, ενώ χάσκει ένα ξεροπήγαδο. Συνολικά κάνουν δύο βραδινές προσπάθειες ν’ ανέβουν και μια πρωινή ως επισκέπτες :“Οπότε, σε κάποια στιγμή που είδαμε ότι δεν μας πρόσεχε κανένας, πήγαμε προς το Ερέχθειο και κοιτάξαμε το βάθρο, τα σκαλιά και την οπή πάλι. Κατεβήκαμε τα σκαλιά και είδαμε ότι τα μαδέρια ήταν μισό μέτρο από το τελευταίο σκαλί. Έτσι βεβαιωθήκαμε ότι μπορούμε να φτάσουμε μέχρι εκεί”.

Ο χώρος φυλάσσεται από ένα φρουραρχείο στα Προπύλαια -εκεί που σήμερα πωλούνται τα εισιτήρια- και ένα ξύλινο φυλάκιο δίπλα στον ιστό της σημαίας. Σάντας και Γλέζος δεν αποκαλύπτουν σε κανένα το σχέδιό τους αλλά είναι σύμφωνοι ότι αν γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς θα πέσουν από την Ακρόπολη γιατί η σύλληψη σημαίνει βασανιστήρια και εκτέλεση. 

Παρότι νεαροί κάνουν την σωστή επιλογή χρόνου δράσης της ενέργειας. Όταν στις 29 Μαΐου ανακοινώνεται η πτώση της Κρήτης θεωρούν ότι τότε πρέπει να υπάρξει “απάντηση” πως ο αγώνας δεν τελείωσε αλλά συνεχίζεται μαζί με την αντίσταση. Το επόμενη βράδυ ανεβαίνουν στην επιφάνεια της Ακρόπολης,  πετούν πετραδάκια προσπαθώντας να δουν κάποια αντίδραση, αλλά οι  φρουροί του φυλακίου ακούγονται να διασκεδάζουν προς τα Προπύλαια. Η συνέχεια ανήκει στην αφήγηση του Σάντα:

“Ανεβήκαμε από τα σκαλιά, λύσαμε το συρματόσκοινο της σημαίας και προσπαθήσαμε να την κατεβάσουμε. Η σημαία ήταν τεράστια, για τούτο και ο ιστός ήταν δεμένος με τρία μεγάλα σύρματα τα οποία είχαν στρόφιγγες, απ’ έξω από τον βράχο και τη συγκρατούσαν, γιατί όταν είχε αέρα έτρεμε όλος ο ιστός. Η σημαία λοιπόν κατέβαινε μέχρι τον κόμβο όπου συναντιόντουσαν τα τρία σύρματα στον ιστό και από εκεί πήγαινε πιο κάτω.

Σκαρφαλώναμε, την πιάναμε, την τραβάγαμε, τίποτα δεν γινόταν. Ο μόνο τρόπος να κατέβει η σημαία ήταν ν’ ανοίξουν τα σύρματα. Δύσκολο πολύ. Όμως η θέληση, η επιμονή και η υπομονή μας έφεραν αποτέλεσμα. Κι αφού ανεβήκαμε και κατεβήκαμε στον ιστό πολλές φορές ως το δύσκολο σημείο -γιατί ο ιστός ήταν λείος και γλίστραγε- κατορθώσαμε με τα χέρια μας να ξεσφίξουμε τις στρόφιγγες και να την ξεπλέξουμε. Και η τεράστια σημαία έπεσε πάνω μας και μας κουκούλωσε”.

Γλέζος και Σάντας αγκαλιάζονται και φιλιόνται στη θέα του πεσμένου ναζιστικού συμβόλου, σκέφτονται ν’ αφήσουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα για να μην κατηγορηθούν αθώοι, κόβουν με μαχαιράκι ένα κομμάτι ύφασμα της σημαίας ο καθένας και το βάζουν στον κόρφο τους, και την ρίχνουν στο ξεροπήγαδο καλαμπουρίζοντας “Για να τη φυλάει ο Ερεχθόνιος”.

Λιγότερη αναδειγμένη πτυχή αυτής της ιστορίας, και ενδεικτική του παλαιικού ηρωικού πνεύματος της εποχής, είναι όταν οι Γλέζος -Σάντας επιχειρούν να φτάσουν σπίτια τους στις 1.30 το βράδυ, ένας Έλληνας αστυφύλακας ζητά τα χαρτιά και εν συνεχεία τους λέει να φύγουν γιατί αν συναντήσουν Γερμανούς  θα τους σκοτώσουν. Όταν την επόμενη ημέρα γίνεται γνωστή η ενέργεια τους ο αστυφύλακας αυτός παρότι γνωρίζει, δεν αναφέρει ποτέ το περιστατικό που έζησε διασώζοντας έτσι τους νεαρούς και συμμετέχοντας και εκείνος με τον δικό του τρόπο στην ηρωική πράξη. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Βουτόπουλος και θα έπρεπε κάποια στιγμή η Ελληνική Αστυνομία να τιμήσει την μνήμη του.

Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας βρίσκει την Ακρόπολη έχοντας να κυματίζει η ελληνική σημαία, και χρειάζεται να φτάσει 12 το μεσημέρι ώστε οι κατακτητές να αντικαταστήσουν την ναζιστική με μια μικρότερη. Παρά τις συλλήψεις των Γερμανών της φρουράς αλλά και Ελλήνων, την απόλυση των διοικητών των αστυνομικών τμημάτων πέριξ της Ακρόπολης, τα οργισμένα ανακοινωθέντα, τις απειλές και την επικήρυξη των δραστών από την κατοχική γερμανική διοίκηση, οι δράστες θα αποκαλυφθούν μεταπολεμικά μετά από δημοσίευμα της εφημερίδας “Ριζοσπάστης” το 1945.

Στη συνέχεια ο Λάκης Σάντας ανεβαίνει στο βουνό όπου παίρνει μέρος σε αρκετές μάχες και τραυματίζεται, εξορίζεται σε Ικαρία και Μακρόνησο, διαφεύγει αρχικά στη Γιουγκοσλαβία και εν συνεχεία στον Καναδά, επιστρέφει στη χώρα το 1963 ενώ φεύγει από τη ζωή το 2011. Όσο για εκείνη τη νύχτα του 1941 στην Ακρόπολη η δήλωση που τον χαρακτηρίζει είναι ότι “…αισθάνθηκα, νομίζω και ο Μανώλης, ότι και δέκα ζωές να είχα θα τις έδινα”…

Η My Grand Road στο νηπιαγωγείο στα Ίσθμια

Previous article

Ανιχνεύθηκαν στην ατμόσφαιρα νέες ουσίες με πιθανές επιπτώσεις σε υγεία και κλίμα

Next article

You may also like

Comments

Comments are closed.