Ένας από τους καλλιτέχνες που σημάδεψε την ζωή πολλών από τους σημερινούς πενηντάρηδες, ο Chris Rea δεν είναι πια εδώ. Και η ειρωνεία πονά λίγο παραπάνω. Έφυγε λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, την εποχή που η φωνή του μπαίνει κάθε χρόνο στα σπίτια μας σχεδόν αθόρυβα, μέσα από ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε για να γίνει ύμνος, αλλά κατέληξε να γίνει συντροφιά.
Το Driving Home for Christmas δεν ήταν απλώς το πιο εμπορικό κομμάτι της καριέρας του. Ήταν ένα τραγούδι που μίλησε χωρίς στόμφο για τη διαδρομή, την κούραση, την προσμονή, τη σιωπηλή χαρά του να γυρίζεις σπίτι. Και ίσως γι’ αυτό άντεξε στον χρόνο. Γιατί δεν προσπάθησε ποτέ να εντυπωσιάσει.
Η ιστορία του μοιάζει πράγματι με σενάριο. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1978, ο Rea βρίσκεται στο Λονδίνο, σε ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της ζωής του. Το συμβόλαιό του με τη δισκογραφική τελείωνε, ο μάνατζέρ του τον εγκατέλειπε και τα χρήματα δεν έφταναν ούτε για ένα εισιτήριο τρένου. Όπως είχε πει ο ίδιος σε παλιότερη συνέντευξή του στον The Guardian, το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο Μίντλεσμπρο. Στο σπίτι.
Η λύση ήρθε από εκεί που δεν το περίμενε. Η γυναίκα του πήρε το παλιό τους αυτοκίνητο, οδήγησε μέχρι το Λονδίνο και ξεκίνησαν μαζί την επιστροφή. Χιόνι, κίνηση, κουρασμένα πρόσωπα στα διπλανά αυτοκίνητα. Και κάπου εκεί, μέσα στην ακινησία του δρόμου, γεννήθηκε ένας στίχος σχεδόν σαν αστείο. «We’re driving home for Christmas».
Ο ίδιος έπαιζε με τις 220 λίρες που τους είχαν απομείνει, παρατηρούσε τους άλλους οδηγούς και άρχισε να γράφει στίχους κάθε φορά που τα φώτα του δρόμου φώτιζαν το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Όταν έφτασαν σπίτι, ξημερώματα, το κρύο ήταν τόσο που το χιόνι δεν έλιωνε στο χαλάκι της πόρτας. Τους περίμενε όμως κι ένα γράμμα. Το τραγούδι του Fool (If You Think It’s Over) είχε γίνει επιτυχία στην Αμερική και μέσα υπήρχε επιταγή 15.000 λιρών. Από την απόλυτη αβεβαιότητα, στην αρχή μιας νέας ζωής.
Κι όμως, το «Driving Home for Christmas» μπήκε σε ένα κουτί με μισοτελειωμένα τραγούδια. Ο Rea δεν το πήρε ποτέ πολύ στα σοβαρά. Οκτώ χρόνια αργότερα, άνοιξε ξανά το κουτί και κατάλαβε ότι οι στίχοι ταίριαζαν τέλεια σε μια νέα μελωδία. Κυκλοφόρησε το 1986, σχεδόν διστακτικά, και ξανά το 1988 στο άλμπουμ New Light Through Old Windows. Τότε δεν έγινε επιτυχία.
Έγινε όμως αργότερα. Σιγά σιγά. Σαν καλό κρασί. Σήμερα βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στα πιο αγαπημένα χριστουγεννιάτικα τραγούδια όλων των εποχών. Ένα κομμάτι που δεν φωνάζει, δεν πιέζει, δεν προσποιείται. Απλώς συνοδεύει.
Ο ίδιος είχε παραδεχθεί με χιούμορ ότι κάποτε φοβόταν μήπως το τραγούδι «χαλάσει» την αξιοπιστία του ως σοβαρού μουσικού. Στο τέλος όμως γελούσε μαζί του. Έλεγε ότι αν κολλήσει στην κίνηση του M25, κατεβάζει το παράθυρο και τραγουδάει στους διπλανούς οδηγούς. Και εκείνοι χαμογελούν. Σαν να τους κάνεις δώρο.
Ο Chris Rea έφυγε.
Αλλά η διαδρομή του συνεχίζει να παίζει στο ραδιόφωνο, στα αυτοκίνητα, στα βράδια του Δεκέμβρη.
Και κάπως έτσι, κάθε φορά που κάποιος οδηγεί για να γυρίσει σπίτι, θα είναι ακόμη εκεί. Χωρίς να κάνει θόρυβο. Όπως ακριβώς ήξερε να γράφει τραγούδια.










Comments