Σε εξαφάνιση οδηγείται μεθοδικά από την κυβέρνηση η ελληνική ελαιοπαραγωγή, ένας από τους πιο ιστορικούς και ζωτικούς πυλώνες της αγροτικής οικονομίας. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διπλασιάσει την ποσόστωση αδασμολόγητων εισαγωγών ελαιόλαδου από την Τυνησία, από 56.000 σε 100.000 τόνους ετησίως αποτελεί ευθεία βολή στην καρδιά της ελληνικής παραγωγής και ειδικά της Πελοποννήσου, όπου το λάδι δεν είναι απλώς προϊόν αλλά τρόπος ζωής και επιβίωσης για χιλιάδες καλλιεργητές.
Όπως επισημαίνει ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Ψυχογιός, η Τυνησία συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές χώρες παγκοσμίως. Παράγει με εντελώς διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο, με κόστος παραγωγής που δεν έχει καμία σχέση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με χρήση φυτοφαρμάκων και πρακτικών που στην Ε.Ε. απαγορεύονται. Κι όμως, το λάδι αυτό μπαίνει χωρίς δασμούς στις ίδιες αγορές όπου ο Έλληνας παραγωγός παλεύει να επιβιώσει.
Την ίδια στιγμή, ο Έλληνας ελαιοπαραγωγός πνίγεται. Μειωμένες αποδόσεις, εκρηκτικό κόστος ενέργειας και εφοδίων, ασθένειες που θερίζουν, προγράμματα δακοκτονίας που αποτυγχάνουν, τιμές παραγωγού που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά. Και απέναντι σε όλα αυτά, μια πολιτεία που σιωπά.
Ποιος προστατεύει το ελληνικό λάδι;
Η κυβέρνηση τι κάνει για να προστατεύσει το ελληνικό ελαιόλαδο; Ποια είναι η εθνική στρατηγική για έναν τομέα που κρατά όρθια ολόκληρα χωριά και περιφέρειες; Η απάντηση, μέχρι στιγμής, είναι εκκωφαντική σιωπή.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στον ορίζοντα προβάλλει η τελική ταφόπλακα. Η συμφωνία Mercosur. Μια συμφωνία που ανοίγει διάπλατα τις πύλες της ευρωπαϊκής αγοράς σε αγροτικά προϊόντα χωρών της Λατινικής Αμερικής, με ακόμη χαμηλότερα κόστη, ακόμη πιο χαλαρούς κανόνες και τεράστιες πολυεθνικές να ελέγχουν την παραγωγή.
Αν η συμφωνία με την Τυνησία είναι το προειδοποιητικό χτύπημα, η Mercosur είναι η χαριστική βολή.
Διατροφική ασφάλεια υπό αμφισβήτηση
Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και ζήτημα ποιότητας και διατροφικής ασφάλειας. Όταν γεμίζουμε την ευρωπαϊκή αγορά με λάδι αγνώστου προέλευσης, διαφορετικών προδιαγραφών και ελέγχων, ποιος εγγυάται τι φτάνει τελικά στο πιάτο του καταναλωτή;
Το ελληνικό ελαιόλαδο, προϊόν ταυτότητας, πολιτισμού και ποιότητας, υποβαθμίζεται σε «ακριβή πολυτέλεια» για λίγους, την ώρα που η μαζική αγορά κατακλύζεται από φθηνές εισαγωγές.
Το τέλος ενός τομέα δεν είναι ατύχημα, είναι επιλογή
Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι πολιτικές που θυσιάζουν τους παραγωγούς στον βωμό διεθνών συμφωνιών, μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και πολυεθνικών είναι συνειδητή επιλογή. Αν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση, αν δεν τεθεί κόκκινη γραμμή για το ελαιόλαδο, αν δεν υπερασπιστούμε τον πρωτογενή τομέα ως στρατηγικό πυλώνα και όχι ως «παράπλευρη απώλεια», τότε δεν μιλάμε απλώς για κρίση, αλλά για το τέλος της ελληνικής ελαιοπαραγωγής όπως τη γνωρίζαμε.










Comments