Η «είδηση» έκανε τον γύρο των social media με ταχύτητα επιδημίας. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο –σύμφωνα με την ανάρτηση– έχτισε το πρώτο δωρεάν νοσοκομείο για αστέγους. Μια ιστορία κομμένη και ραμμένη πάνω στην ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι κάπου, κάποτε, κάποιος πλούσιος και διάσημος κάνει το σωστό. Έγινε viral. Συγκίνησε. Επιβραβεύτηκε με χιλιάδες like.
Μόνο που δεν ήταν αληθινή. Αποδείχτηκε fake news. Ο Ντε Νίρο δεν άνοιξε κανένα νοσοκομείο. Και όμως, αυτό δεν ενόχλησε σχεδόν κανέναν.
Η συγκεκριμένη ιστορία δεν έχει αξία ως γεγονός – γιατί απλούστατα δεν συνέβη. Έχει όμως τεράστια αξία ως παράδειγμα συμπεριφοράς ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας που ζει ανάμεσά μας, δίπλα μας, ψηφίζει, αποφασίζει, επηρεάζει και τελικά συνδιαμορφώνει τις τύχες όλων μας.
Πολλοί από όσους αναπαρήγαγαν την «είδηση» είναι καλοπροαίρετοι. Άνθρωποι που διψούν για καλές ειδήσεις, για ένα αντίβαρο στη μιζέρια, για μια απόδειξη ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι». Μαζί τους, όμως, συνυπάρχει μια άλλη, πιο θορυβώδης κατηγορία. Οι γνωστοί «ψέκες». Εκείνοι που μεγαλούργησαν την περίοδο της πανδημίας. Που προϋπήρχαν, αλλά τότε βρήκαν ιδανικό περιβάλλον για να ανθήσουν.
Μην ξεχνιόμαστε. Σε αυτή τη χώρα, ένα διόλου αμελητέο ποσοστό –περίπου 33% σε σχετικές έρευνες– πίστευε κάποτε σοβαρά ότι «μας ψεκάζουν». Το θέμα είχε φτάσει μέχρι και στη Βουλή, με απόλυτα σοβαρό ύφος. Δεν μιλάμε για περιθώριο. Μιλάμε για μαζικό φαινόμενο.
Στην περίπτωση Ντε Νίρο, για όσους ανάρτησαν την ανυπόστατη ιστορία, η αλήθεια είχε μικρή σημασία. Το ζητούμενο ήταν η επιβεβαίωση. Τα like. Η αποδοχή. Η αίσθηση ότι συμμετέχουν σε κάτι «καλό». Ακόμα και όταν άλλοι χρήστες επεσήμαναν στα σχόλια ότι πρόκειται για ψεύτικη ιστορία ή για προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, οι αναρτήσεις παρέμειναν στη θέση τους. Ίσως γιατί η διαγραφή θα τραυμάτιζε την αξιοπιστία τους. Ίσως γιατί, στο βάθος, κάποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η διάψευση είναι… ύποπτη.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ποιοι το πίστεψαν, αλλά ποιοι το αναπαρήγαγαν. Ανάμεσά τους, άνθρωποι θεωρητικά μορφωμένοι, με στοιχειώδη ικανότητα να ελέγξουν μια πληροφορία. Ανάμεσά τους και δημοσιογράφοι, επαγγελματίες των οποίων η δουλειά βασίζεται ακριβώς στην επιβεβαίωση ή τη διάψευση ενός γεγονότος. Ίσως κι έτσι εξηγείται, εν μέρει, γιατί η ελληνική δημοσιογραφία περνά τη φάση που περνά.
Σημαντικό ρόλο σε όλο αυτό παίζουν και οι μεγάλοι ιδιοκτήτες των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Οι ψηφιακοί κολοσσοί που απολαμβάνουν το χάος, γιατί πολύ απλά το χάος φέρνει κίνηση, engagement και τεράστια κέρδη. Έχουν αρνηθεί συστηματικά ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου της πληροφορίας, επικαλούμενοι την ελευθερία της έκφρασης.
Είναι οι ίδιοι που πρόσφατα δήλωσαν, χωρίς ιδιαίτερη ντροπή, την πλήρη πολιτική τους ευθυγράμμιση με τον Ντόναλντ Τραμπ, έναν άνθρωπο που εδώ και χρόνια έχει χτίσει πολιτική καριέρα πάνω στη διακίνηση fake news.
Το ζήτημα δεν θα είχε παρά γραφική διάσταση, αν περιοριζόταν σε έναν ανύπαρκτο φιλάνθρωπο Ντε Νίρο. Δυστυχώς, δεν περιορίζεται. Το ίδιο μοτίβο επεκτείνεται παντού. Στην κοινωνία, στη δημόσια συζήτηση, στην πολιτική συμπεριφορά, μέχρι και στην ώρα της κάλπης. Φαινόμενα μαζικής αποδοχής τύπου Λεβέντη παλαιότερα ή Βελόπουλου πιο πρόσφατα δεν προέκυψαν στο κενό. Τροφοδοτήθηκαν και από θεωρίες συνωμοσίας, ανυπόστατα γεγονότα και μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα.
Με απλά λόγια, οι ψέκες δεν είναι λίγοι. Και δεν είναι αθώοι. Είναι πολλοί, οργανωμένοι μέσα στο χάος της πληροφορίας και απολύτως ικανοί να επηρεάσουν τις ζωές όλων μας. Και αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό από ένα νοσοκομείο που δεν χτίστηκε ποτέ.










Comments