Μια νέα επιστημονική μελέτη δίνει πιο καθαρές απαντήσεις για το πώς προκλήθηκε ένα πολύ σπάνιο αλλά σοβαρό σύνδρομο που εμφανίστηκε σε ελάχιστους ανθρώπους μετά από εμβολιασμό κατά της Covid-19 με εμβόλια που βασίζονταν σε αδενοϊό, όπως της AstraZeneca και της Johnson & Johnson.
Το σύνδρομο ονομάστηκε VITT. Προκαλούσε ταυτόχρονα θρόμβους στο αίμα και χαμηλά αιμοπετάλια, κάτι που μπορούσε να οδηγήσει και σε αιμορραγία. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 2021 στην Ευρώπη, λίγο μετά την έναρξη των εμβολιασμών.
Οι γιατροί διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς αυτοί παρήγαγαν αντισώματα εναντίον μιας πρωτεΐνης του οργανισμού που λέγεται PF4 και σχετίζεται με την πήξη του αίματος. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σε μια σπάνια επιπλοκή της ηπαρίνης, ενός φαρμάκου που χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό.
Μετά από χρόνια έρευνας, επιστήμονες κατέληξαν ότι σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μια πρωτεΐνη του αδενοϊού που χρησιμοποιείται ως «όχημα» στο εμβόλιο ενεργοποιούσε το ανοσοποιητικό σύστημα με λάθος τρόπο. Σε άτομα με συγκεκριμένη γενετική προδιάθεση, παράγονταν αντισώματα που αντί να στοχεύουν τον ιό, κολλούσαν στο PF4.
Αυτό ενεργοποιούσε τα αιμοπετάλια και δημιουργούσε έναν φαύλο κύκλο: περισσότερη ενεργοποίηση, περισσότερη πήξη, αλλά ταυτόχρονα μείωση των αιμοπεταλίων. Έτσι εξηγούνται οι σοβαροί θρόμβοι μαζί με αιμορραγία.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα αντισώματα αυτά είχαν μια συγκεκριμένη γενετική «αλλαγή», που τα έκανε να συνδέονται πιο έντονα με το PF4. Όταν αυτή η αλλαγή διορθώθηκε σε εργαστηριακά πειράματα, η αντίδραση μειώθηκε σημαντικά.
Η συχνότητα του συνδρόμου ήταν περίπου 1 περίπτωση ανά 200.000 εμβολιασμούς. Στην Ευρώπη καταγράφηκαν περίπου 900 περιστατικά, από τα οποία περίπου 200 ήταν θανατηφόρα. Παρ’ όλα αυτά, παγκοσμίως χορηγήθηκαν πάνω από 3 δισεκατομμύρια δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca, οι οποίες εκτιμάται ότι έσωσαν εκατομμύρια ζωές.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια επιπλοκή, που φαίνεται να αφορά άτομα με συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά. Τα ευρήματα θεωρούνται σημαντικά και για μελλοντικά εμβόλια που χρησιμοποιούν αδενοϊικούς φορείς, καθώς μπορεί να βοηθήσουν στον σχεδιασμό ακόμη πιο ασφαλών σκευασμάτων.
Με απλά λόγια, η έρευνα δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ένα «τυχαίο» φαινόμενο, αλλά για έναν πολύ συγκεκριμένο βιολογικό μηχανισμό που ενεργοποιήθηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις. Και αυτό ανοίγει τον δρόμο για καλύτερη πρόληψη στο μέλλον.










Comments