Η βενζίνη έχει ήδη σπάσει το φράγμα των 2 ευρώ το λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης κινείται σταθερά πάνω από τα 2,05 ευρώ και το ενεργειακό σοκ του πολέμου περνά με ταχύτητα από την αντλία στο ράφι. Σε αυτό το περιβάλλον ασφυξίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η κυβέρνηση επιλέγει για ακόμη μία φορά τη λύση των επιδοτήσεων, αποφεύγοντας να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος που είναι η φορολογία.
Το πακέτο μέτρων, ύψους περίπου 230 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει επιδότηση στο diesel κατά 16 λεπτά ανά λίτρο και ενίσχυση έως 50 ευρώ ανά δίμηνο μέσω Fuel Pass. Στην πράξη όμως, η παρέμβαση μοιάζει περισσότερο με «ασπιρίνη» σε μια βαριά νόσο. Ένα μέσο νοικοκυριό που δαπανά 120 έως 150 ευρώ τον μήνα για καύσιμα λαμβάνει περίπου 25 ευρώ ενίσχυση, ποσό που αντιστοιχεί σε λίγα λίτρα βενζίνης, τη στιγμή που η αύξηση των τιμών έχει ήδη απορροφήσει πολλαπλάσια.
Η πραγματικότητα είναι σκληρή και απλή: τα μέτρα δεν ρίχνουν τις τιμές. Με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο και τον ΦΠΑ στο 24%, κάθε αύξηση στη διεθνή τιμή περνά σχεδόν αυτούσια στον καταναλωτή. Η κυβέρνηση επιλέγει να διατηρεί ανέπαφο αυτό το φορολογικό πλαίσιο, εξασφαλίζοντας υψηλά έσοδα από την ακρίβεια, και στη συνέχεια να επιστρέφει ένα μικρό μέρος με τη μορφή επιδοτήσεων.
Με άλλα λόγια, πρώτα εισπράττει από την αύξηση της τιμής και μετά «επιστρέφει» ένα κλάσμα, σε μια πολιτική που θυμίζει περισσότερο διαχείριση εντυπώσεων παρά ουσιαστική ανακούφιση. Οι επιδοτήσεις λειτουργούν ως καθρεφτάκια, την ώρα που η βασική πηγή της ακρίβειας μένει άθικτη.
Η Ευρώπη μειώνει φόρους, η Ελλάδα μοιράζει επιδόματα
Η αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική. Εκεί όπου η Ελλάδα επιλέγει επιδοτήσεις, άλλες κυβερνήσεις παρεμβαίνουν απευθείας στην τιμή.
- Στην Ιταλία, η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης κατά 0,25 ευρώ ανά λίτρο οδηγεί άμεσα σε αισθητή πτώση της τιμής στην αντλία.
- Στην Ισπανία, η μείωση του ΦΠΑ από 21% σε 10% περιορίζει άμεσα το κόστος για τον καταναλωτή.
- Η Πορτογαλία εφαρμόζει μηχανισμό αυτόματης μείωσης φόρου όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές,
- Η Αυστρία συνδυάζει φορολογικές παρεμβάσεις με έλεγχο περιθωρίων κέρδους.
Η διαφορά είναι ουσιώδης: στις χώρες αυτές η τιμή μειώνεται στην πηγή. Στην Ελλάδα, η τιμή παραμένει υψηλή και το κράτος παρεμβαίνει εκ των υστέρων, χωρίς να αλλάζει τη βασική εικόνα της αγοράς.
Η ακρίβεια περνά στην οικονομία
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν σταματά στο πρατήριο. Η αύξηση του κόστους καυσίμων μεταφέρεται ήδη στις μεταφορές, στη διανομή και τελικά στα ράφια. Επιχειρήσεις logistics καταγράφουν σημαντική άνοδο του κόστους, ενώ στον κλάδο των τροφίμων νέοι τιμοκατάλογοι κάνουν ήδη την εμφάνισή τους.
Η επιδότηση στο diesel μπορεί να συγκρατήσει οριακά την κατάσταση, αλλά δεν ανατρέπει τη γενικευμένη τάση. Όταν το καύσιμο κινείται κοντά στα 2 ευρώ, η μείωση μερικών λεπτών δεν αλλάζει ουσιαστικά το τελικό κόστος.
Οι καταναλωτές έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται. Οι αγορές περιορίζονται, η στροφή σε φθηνότερα προϊόντα γίνεται κανόνας και η ιδιωτική κατανάλωση αλλάζει σύνθεση. Δεν πρόκειται ακόμη για κατάρρευση, αλλά για την πρώτη φάση μιας επιβράδυνσης που, αν συνεχιστεί η πίεση, δύσκολα θα αποφευχθεί.
Το επιχείρημα του δημοσιονομικού κόστους
Η κυβέρνηση επικαλείται το δημοσιονομικό κόστος ως βασικό λόγο για τον οποίο δεν προχωρά σε μείωση φόρων. Υποστηρίζει ότι μια τέτοια κίνηση θα έθετε σε κίνδυνο τους στόχους για πλεόνασμα και αναζητά ευρωπαϊκή λύση μέσω ρήτρας διαφυγής.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι πολιτική. Διότι την ίδια στιγμή που απορρίπτεται η μείωση φόρων ως «ακριβή», διατηρείται ένα μοντέλο όπου τα δημόσια έσοδα αυξάνονται όσο ανεβαίνει η τιμή των καυσίμων.
Έτσι διαμορφώνεται ένα παράδοξο: όσο περισσότερο πιέζεται ο καταναλωτής, τόσο ενισχύονται τα κρατικά έσοδα, και τόσο περισσότερο η στήριξη περιορίζεται σε προσωρινά επιδόματα.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που απορροφά διαρκώς κραδασμούς χωρίς ουσιαστική προστασία και μια κοινωνία που καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό, λαμβάνοντας πίσω μόνο ένα μικρό μέρος του.










Comments