(Η συγκρότηση της γυναικείας εθνικής ενδυμασίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα)
Η 25η ΜΑΡΤΊΟΥ καθιερώθηκε ως εθνική εορτή το 1838 με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα και όχι αμέσως μετά την Επανάσταση. Η επιλογή αυτής της ημερομηνίας συνέδεσε συμβολικά την έναρξη του Αγώνα με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ενοποιώντας την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα του νέου κράτους. Έτσι, αποτελεί μια συνειδητά επιλεγμένη/επινοημένη συμβολική ημερομηνία. Επί Όθωνα, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε ανάγκη από μια ενιαία εθνική αφήγηση, μια ενοποιητική εορτή και έναν ισχυρό συμβολικό σύνδεσμο ανάμεσα στην πίστη και την πατρίδα.
Η ΕΘΝΙΚΉ ενδυμασία στις παρελάσεις και τις τελετές της 25ης Μαρτίου λειτουργεί ως φορέας της εθνικής μνήμης και από τον 19ο αιώνα έως σήμερα είναι το σύμβολο μιας επιτελεστικής ελληνικότητας. Γιατί όμως η εθνική φορεσιά της Ελλάδας ταυτίστηκε με την ενδυμασία της βασίλισσας Αμαλίας και όχι, για παράδειγμα, με τη σεγκούνα της βλαχοπούλας από την Κορινθία ή τις φορεσιές άλλων περιοχών; Η απάντηση κρύβεται στην πολιτική της εικόνας, στη φαντασιακή κατασκευή της εθνικής ταυτότητας και στη δύναμη του παλατιού (ανώτερης τάξης) να δημιουργεί/επινοεί πολιτισμούς. Η φορεσιά της Όλγας, που δημιούργησε το ένδυμά της από τη φορεσιά της Αττικής και το μετασχημάτισε αισθητικά, δεν διέθετε δυναμική να αντικαταστήσει τη φορεσιά της Αμαλίας. Η ένδυση της Όλγας αποτελεί ένα εξαιρετικό αντιπαράδειγμα καθιέρωσης της φορεσιάς της.

Ο HERZFELD (1987) έχει επισημάνει πως το έθνος χρειάζεται ένα «κανονικοποιημένο σώμα» για να προβληθεί στον δημόσιο χώρο, η Αμαλία πρόσφερε αυτό το σώμα, βασιλικό, αλλά συγχρόνως φαινομενικά παραδοσιακό, και ο λαός το υιοθέτησε.
Η «ΑΜΑΛΊΑ» έγινε η επίσημη ενδυμασία των δεξιώσεων και τελετών, έγινε η ενδυματολογική αποτύπωση της ενότητας, ακόμη κι αν η ενότητα αυτή ήταν φαντασιακή (Anderson, 1983) και αποτέλεσε το πεδίο πάνω στο οποίο γράφτηκε η νεωτερικότητα του ελληνικού κράτους. Οι υπόλοιπες φορεσιές δεν χάθηκαν, απλώς δεν προβλήθηκαν, δεν έγιναν επίσημες, δεν τις «υποστήριξε» η εξουσία/ ηγεμονική κουλτούρα, δεν φορέθηκαν από βασίλισσες και έτσι επικράτησε η Αμαλία, όχι γιατί ήταν πιο αυθεντική, αλλά γιατί είχε το παλάτι με το μέρος της. Με σύγχρονους οικονομικούς όρους, η φορεσιά της Αμαλίας θα μπορούσε να ιδωθεί ακόμη και ως μια πρώιμη μορφή nation branding (κατά τον S. Anholt), μια εικόνα ελληνικότητας που το νέο κράτος πρόβαλε προς το εσωτερικό και εξωτερικό.
Η ΠΕΡΊΠΤΩΣΗ της βασίλισσας Όλγας ήταν εντελώς διαφορετική. Η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα σχεδίασε δική της ενδυμασία, εμπνευσμένη από τη φορεσιά της Αττικής, στην οποία πρόσθεσε βασιλική ποδήρη ουρά και άλλες αισθητικές παρεμβάσεις, με πρόθεση να την εκλεπτύνει και να της προσδώσει προσωπική ταυτότητα, εξουσία-μεγαλείο και βασιλική επισημότητα. Κι όμως, παρά την αριστοκρατική καταγωγή της και τη σαφή πρόθεση σύνδεσης με το τοπικό στοιχείο, η φορεσιά της Όλγας δεν εθνικοποιήθηκε, κι αυτό γιατί η βασική διαφορά δεν ήταν (μόνο) η φορεσιά, ήταν η ιστορική συγκυρία της εθνογένεσης, αλλά και η απαγόρευση να χρησιμοποιείται το χρώμα της βασίλισσας. Η Αμαλία εμφανίστηκε σε μια περίοδο εθνικής συγκρότησης, ήταν η πρώτη βασίλισσα που η εικόνα της χτίστηκε ως συμβολικός φορέας ενός έθνους που γεννιέται και η ενδυμασία της ενσάρκωνε το αφήγημα της «νέας Ελλάδας». Η Όλγα ήρθε αργότερα, σε ένα κράτος που είχε ήδη δημιουργήσει το εθνικό του αφήγημα και δεν χρειαζόταν νέο ενδυματολογικό σύμβολο. Επίσης, η ίδια δεν επένδυσε πολιτικά στη φορεσιά της ούτε την πρόβαλε ως πρότυπο μίμησης, το ένδυμά της παρέμεινε περιθωριακό, ιδιωτικό, άνευ δημόσιας υιοθέτησης και δεν αφομοιώθηκε ποτέ.
ΠΑΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ και πέρα από την ιστορική συγκυρία, αξίζει να αναφερθούμε στη συμβολική και τη λειτουργική διάσταση της ενδυμασίας ως φορέα ταυτότητας. Η ενδυμασία της βασίλισσας Όλγας παρουσιάζει ενδιαφέρον τόσο ως ενδυματολογικό τεκμήριο όσο και ως αποτυχημένο παράδειγμα «εθνικοποίησης» της βασιλικής εικόνας.
ΜΊΑ ΚΡΊΣΙΜΗ παράμετρος είναι η λειτουργικότητα/πρακτικότητα μιας φορεσιάς. Η ενδυμασία της Όλγας περιλάμβανε βαριά, τελετουργικά υφάσματα με περίτεχνες λεπτομέρειες και το πιο σημαντικό μια ποδήρη ουρά, την οποία συναντάμε και σε άλλες βασιλικές ευρωπαϊκές ενδυμασίες. Αυτή η τελετουργική μορφή, σχεδιασμένη περισσότερο για τις ανάγκες μιας αυλικής εθιμοτυπίας, δεν μπορούσε να μετασχηματιστεί εύκολα σε λαϊκή ή εθνική φορεσιά, όπως συνέβη με τη φορεσιά της Αμαλίας η οποία χαρακτηριζόταν από ευκολία αναπαραγωγής, έλλειψη μακριάς ουράς, και καθαρή φόρμα που διευκόλυνε τη χρήση της από τον λαό στις εθνικές επετείους και σχολικές γιορτές. Η «ουρά της Όλγας» συνιστούσε σύμβολο εξουσίας, αλλά και τελετουργικό εμπόδιο στην «καθημερινή» ενσάρκωση της εθνικής ταυτότητας.
ΆΡΑ για να «εθνικοποιηθεί» μια ενδυμασία δεν αρκεί μόνο να φέρει συμβολική βαρύτητα ή να ανήκει σε κάποιο βασιλικό πρόσωπο, πρέπει να αναπαράγεται εύκολα, να είναι λειτουργική και πρακτικά προσαρμόσιμη στις ανάγκες της λαϊκής χρήσης. Η φορεσιά της Αμαλίας δεν ήταν πιο ελληνική από τη σεγκούνα ή τη φορεσιά της Όλγας, αλλά ήταν εκεί όταν γεννιόταν το ελληνικό φαντασιακό και έντυσε την Ελλάδα του 19ου αιώνα ακριβώς τη στιγμή που έψαχνε ρούχα.
* MSc, MA οικονομολόγος – Διδακτικό Προσωπικό, Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, υπ. διδάκτωρ Λαογραφίας και Οικονομίας ΕΚΠΑ










Comments