Χθες πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του νέου Δημαρχείου Βέλου – Βόχας, ενός έργου που παραδόθηκε επιτέλους στους πολίτες. Για την τελετή και όσα ειπώθηκαν θα ακολουθήσει αναλυτικό ρεπορτάζ.
Εκείνο όμως που μας τράβηξε περισσότερο την προσοχή δεν ήταν η κορδέλα των εγκαινίων, αλλά μια πινακίδα στον τοίχο.
Μια πινακίδα που καταγράφει, σχεδόν σαν ημερολόγιο, την ιστορία της κατασκευής του έργου. Από το 1999 μέχρι το 2026. Από τη δωρεά του οικοπέδου και την πρώτη μελέτη, μέχρι την αναθεώρηση, την πρώτη φάση, τη δεύτερη φάση, την επανένταξη, τη συμπλήρωση και τελικά την παράδοσή του. Εικοσιεπτά ολόκληρα χρόνια. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, 324μήνες.

Και κάπου εκεί γεννιέται το ερώτημα: πόσο διαφορετικά λειτουργούν ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας;
Ένα αντίστοιχο ιδιωτικό κτίριο, με τις ίδιες περίπου τεχνικές απαιτήσεις, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε δώδεκα, το πολύ δεκαοκτώ μήνες. Στο Δημόσιο, όμως, χρειάστηκαν δύο δεκαετίες. Όχι επειδή το κτίριο ήταν τόσο δύσκολο να κατασκευαστεί, αλλά επειδή κάθε δημόσιο έργο περνά μέσα από έναν πραγματικό λαβύρινθο: μελέτες, εγκρίσεις, χρηματοδοτήσεις, ενστάσεις, αλλαγές νομοθεσίας, αναθεωρήσεις, επανεντάξεις, νέους διαγωνισμούς και, πολλές φορές, πολιτικές αλλαγές που μεταθέτουν τις προτεραιότητες.
Η πινακίδα αυτή δεν είναι απλώς το ιστορικό ενός δημαρχείου. Είναι η μικρογραφία του ελληνικού Δημοσίου.
Και ίσως θα έπρεπε να τη βλέπουν όλοι όσοι αναρωτιούνται γιατί ένα έργο αργεί, γιατί οι Δήμοι δεν μπορούν να παραδώσουν γρήγορα τις υποδομές που σχεδιάζουν ή γιατί ένας δήμαρχος ξεκινά έργα που εγκαινιάζει ο επόμενος. Γιατί πίσω από κάθε δημόσιο έργο δεν υπάρχει μόνο τσιμέντο και σίδερο. Υπάρχουν αμέτρητες υπογραφές, φάκελοι, εγκρίσεις και διαδικασίες.
Το νέο Δημαρχείο Βέλου – Βόχας είναι πλέον πραγματικότητα. Και αυτό είναι το σημαντικότερο. Η πινακίδα, όμως, θα μείνει εκεί για να θυμίζει πως στην Ελλάδα, πολλές φορές, το δυσκολότερο δεν είναι να χτίσεις ένα κτίριο. Είναι να ολοκληρώσεις τη διαδρομή μέχρι να μπει το τελευταίο τούβλο.










Comments