Την ώρα που η κυβέρνηση απορρίπτει σταθερά κάθε συζήτηση για την επιστροφή του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο και της 13ης και 14ης σύνταξης, επικαλούμενη τις αντοχές του προϋπολογισμού, δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ εγκρίνονται με εντυπωσιακή ευκολία για αποζημιώσεις αναδόχων μεγάλων δημοσίων έργων.
Το τελευταίο και ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από το έργο Καλαμάτα – Ριζόμυλος – Πύλος – Μεθώνη. Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών ενέκρινε αποζημίωση έως 79,3 εκατ. ευρώ προς την «Πυλία Οδός Α.Ε.», η οποία υλοποιεί το έργο μέσω Σύμπραξης Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα και ελέγχεται από τον Όμιλο AKTOR.
Η αποζημίωση δίνεται επειδή η προγραμματισμένη ολοκλήρωση του έργου μετατίθεται κατά 450 ημέρες, έως τις 14 Ιουλίου 2028, εξαιτίας καθυστερήσεων για τις οποίες, σύμφωνα με το υπουργείο, δεν ευθύνεται ο ανάδοχος. Η εταιρεία είχε αρχικά ζητήσει 130,46 εκατ. ευρώ και, έπειτα από την αξιολόγηση του αιτήματος, εγκρίθηκε ποσό έως 79,3 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν συγκριθεί με τον αρχικό προϋπολογισμό κατασκευής του συγκεκριμένου έργου, ο οποίος ανερχόταν σε 252 εκατ. ευρώ. Με απλά λόγια, μόνο η αποζημίωση αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο του αρχικού κατασκευαστικού κόστους.
Και δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Μια έρευνα σε δημόσια διαθέσιμες αποφάσεις και δημοσιευμένα στοιχεία για ορισμένα μόνο από τα μεγαλύτερα έργα της χώρας δείχνει ότι από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί αποζημιώσεις και πρόσθετες δαπάνες που προσεγγίζουν ήδη τα 460 εκατ. ευρώ.
Συγκεκριμένα:
- 161 εκατ. ευρώ έχουν ενταχθεί στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ως αποζημίωση για τον αυτοκινητόδρομο Κεντρικής Ελλάδας, τον Ε65. Το ποσό αφορά καθυστερήσεις, διοικητικές εμπλοκές, πρόσθετες δαπάνες, πρόωρη παράδοση τμημάτων και απώλειες εσόδων από διόδια.
- 110,8 εκατ. ευρώ και πλέον είναι ο λογαριασμός των ενταγμένων διαιτητικών αποφάσεων για το Μετρό Θεσσαλονίκης. Στο ποσό περιλαμβάνονται αποζημιώσεις, νέες διαιτητικές αποφάσεις και τόκοι υπερημερίας.
- 79,3 εκατ. ευρώ εγκρίθηκαν για το Καλαμάτα – Ριζόμυλος – Πύλος – Μεθώνη, λόγω της παράτασης του χρονοδιαγράμματος κατά 450 ημέρες.
- 64,3 εκατ. ευρώ είναι η πρόσθετη δαπάνη που συμφωνήθηκε για το Flyover της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εντατικοποιηθούν οι εργασίες και να μη δοθεί νέα παράταση. Από αυτά, 62,71 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στον κατασκευαστή και 1,59 εκατ. ευρώ στον ιδιωτικό φορέα σύμπραξης.
- 24,17 εκατ. ευρώ εγκρίθηκαν για την επέκταση της Γραμμής 3 του Μετρό της Αθήνας προς τον Πειραιά, βάσει αποφάσεων διαιτητικών δικαστηρίων για καθυστερήσεις και εμπλοκές που αποδόθηκαν στην ευθύνη του Δημοσίου.
- 20,11 εκατ. ευρώ εγκρίθηκαν για το τμήμα Νεάπολη – Άγιος Νικόλαος του ΒΟΑΚ, λόγω καθυστερήσεων του Δημοσίου στις απαλλοτριώσεις και στην εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Το άθροισμα μόνο αυτών των έξι περιπτώσεων φτάνει περίπου τα 459,7 εκατ. ευρώ. Και αυτό είναι ένα απολύτως συντηρητικό ποσό.
Δεν περιλαμβάνει μικρότερες αποζημιώσεις σε δεκάδες άλλα έργα, συμπληρωματικές συμβάσεις, αναθεωρήσεις τιμών, τόκους υπερημερίας, δικαστικές αποφάσεις, απαιτήσεις που ικανοποιήθηκαν με εξωδικαστικούς συμβιβασμούς ή πρόσθετες δαπάνες που έχουν ενσωματωθεί στους προϋπολογισμούς των έργων χωρίς να εμφανίζονται πάντα με τον τίτλο «αποζημίωση».
Δεν περιλαμβάνει επίσης ποσά που έχουν ζητηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τμήμα Χερσόνησος – Νεάπολη του ΒΟΑΚ, όπου έχει υπολογιστεί μεταβολή του κόστους σύμπραξης κατά περίπου 124,5 εκατ. ευρώ, με το τελικό ποσό να αναμένεται να προσδιοριστεί μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών.
Εάν συνυπολογιζόταν και το μπόνους των 57 εκατ. ευρώ που είχε δοθεί το 2022 για την υποτιθέμενη έγκαιρη ολοκλήρωση της Γραμμής 4 του Μετρό της Αθήνας —έργο που πλέον μετατίθεται για το 2032—, τότε το ποσό από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις θα ξεπερνούσε τα 516 εκατ. ευρώ. Το μπόνους αυτό δεν προσμετράται στο βασικό άθροισμα των αποζημιώσεων, καθώς αποτελεί διαφορετική κατηγορία πληρωμής, παρά το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε τελικά η επιστροφή του.
Οι εργολάβοι πληρώνονται για τις καθυστερήσεις του κράτους
Ασφαλώς, οι ανάδοχοι έχουν δικαίωμα να αποζημιώνονται όταν το Δημόσιο δεν παραδίδει εγκαίρως απαλλοτριωμένες εκτάσεις, καθυστερεί τις αδειοδοτήσεις, δεν μετακινεί δίκτυα κοινής ωφέλειας ή δεν εκπληρώνει άλλες συμβατικές υποχρεώσεις του. Ακριβώς όμως εκεί βρίσκεται το πολιτικό ζήτημα.
Το Δημόσιο πρώτα καθυστερεί. Δεν ολοκληρώνει εγκαίρως τις μελέτες, τις απαλλοτριώσεις και τις αδειοδοτήσεις. Στη συνέχεια δίνει παρατάσεις. Και στο τέλος καλεί τους φορολογουμένους να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που προκάλεσαν οι δικές του καθυστερήσεις.
Οι εργολάβοι δεν πληρώνονται μόνο για το έργο που κατασκευάζουν. Πληρώνονται και για τον χρόνο που περνά, για τα εργοτάξια που παραμένουν ανοικτά, για τον εξοπλισμό που αδρανεί, για το προσωπικό, για την αναστάτωση του προγραμματισμού τους, για το χρηματοδοτικό κόστος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και για έσοδα που υπολογίζεται ότι έχασαν.
Ο φορολογούμενος, αντίθετα, πληρώνει δύο φορές: μία για το ίδιο το έργο και μία για την αδυναμία του κράτους να το προετοιμάσει και να το παρακολουθήσει σωστά.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
Όταν η συζήτηση αφορά την επιστροφή του 13ου και του 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους ή της 13ης και 14ης σύνταξης, η απάντηση είναι άμεση και κατηγορηματική: «Δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος».
Το Υπουργείο Οικονομικών έχει υπολογίσει ότι η πλήρης επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο, μαζί με τη 13η και 14η σύνταξη, θα κόστιζε συνολικά περίπου 7,8 δισ. ευρώ ετησίως.
Πρόκειται προφανώς για πολύ μεγαλύτερο ποσό από τις αποζημιώσεις των έργων και οι δύο κατηγορίες δεν μπορούν να συγκριθούν λογιστικά ως απολύτως ισοδύναμες. Το ένα αποτελεί επαναλαμβανόμενη ετήσια δαπάνη και το άλλο αφορά επιμέρους συμβατικές υποχρεώσεις.
Μπορούν, όμως, να συγκριθούν πολιτικά.
Διότι αποκαλύπτουν πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις των εργαζομένων και των συνταξιούχων από εκείνες των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων.
Στους πρώτους εξηγούνται οι δημοσιονομικοί κανόνες, τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι περιορισμοί της οικονομίας. Για τους δεύτερους κινητοποιούνται υπηρεσίες, ανεξάρτητοι ελεγκτές, τεχνικοί σύμβουλοι, διαιτητικά δικαστήρια και προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, ώστε να καταβληθούν δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Και μπορεί κάθε πληρωμή να στηρίζεται σε κάποια σύμβαση ή δικαστική απόφαση, όμως οι συμβάσεις αυτές υπογράφονται από το ίδιο το κράτος. Οι καθυστερήσεις προκαλούνται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το κράτος. Και ο τελικός λογαριασμός καταλήγει πάντα στον ίδιο άνθρωπο: στον φορολογούμενο.
Το πραγματικό ποσό είναι ασφαλώς μεγαλύτερο
Η έρευνά μας δεν μπορεί να παρουσιάσει το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από το 2019 μέχρι σήμερα. Μια τέτοια καταγραφή θα απαιτούσε την εξέταση χιλιάδων αποφάσεων υπουργείων, δημόσιων οργανισμών, περιφερειών, δήμων, διαιτητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δείχνει, όμως, με σαφήνεια την τάξη μεγέθους.
Μόνο από έξι μεγάλες και δημοσιοποιημένες υποθέσεις προκύπτει ποσό περίπου 460 εκατ. ευρώ. Το πραγματικό σύνολο είναι ασφαλώς μεγαλύτερο και είναι πολύ πιθανό να ξεπερνά κατά πολύ το μισό δισεκατομμύριο ευρώ, εάν προστεθούν όλες οι μικρότερες αποζημιώσεις, οι συμπληρωματικές δαπάνες και οι οικονομικές διευθετήσεις της ίδιας περιόδου.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν οι εργολάβοι δικαιούνται τα ποσά που προβλέπουν οι συμβάσεις τους.
Το ερώτημα είναι ποιος λογοδοτεί για τις καθυστερήσεις που δημιουργούν αυτές τις αποζημιώσεις. Ποιος υπέγραψε συμβάσεις πριν ολοκληρωθούν οι απαλλοτριώσεις και οι μελέτες. Ποιος άφησε τα εργοτάξια χωρίς ελεύθερους χώρους. Ποιος καθυστέρησε τις αδειοδοτήσεις. Και γιατί οι συνέπειες της διοικητικής ανεπάρκειας μεταφέρονται κάθε φορά στους φορολογουμένους.
Για τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους το κράτος απαιτεί υπομονή, εγκράτεια και κατανόηση. Για τους μεγάλους εργολάβους, αντιθέτως, οι συμβάσεις τηρούνται μέχρι τελευταίου ευρώ. Και τελικά, σε αυτή τη χώρα, λεφτά υπάρχουν. Το ζήτημα είναι για ποιους βρίσκονται.









Comments