Η περίοδος των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις σοβαρότερες δοκιμασίες της, μετά την απόφαση της Άγκυρας να προχωρήσει στη θεσμοθέτηση δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Τα προεδρικά διατάγματα, με ημερομηνία 15 Αυγούστου και δημοσίευση στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μία ημέρα αργότερα, αφορούν περιοχές που κατά περίπτωση εκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και μέσα σε μη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες. Η Αθήνα αντέδρασε άμεσα, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια μονομερή και παράνομη και ξεκαθαρίζοντας ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ούτε δημιουργεί τετελεσμένα.
Η εξέλιξη είναι δυσάρεστη, αλλά δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αιφνιδιαστική.
Και αυτό γιατί στην Αθήνα ήταν γνωστό ότι η Τουρκία θα επιχειρούσε, αργά ή γρήγορα, να απαντήσει στις ελληνικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, από τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό μέχρι τη δημιουργία ελληνικών θαλάσσιων πάρκων.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο πού χαράσσονται τα όρια.
Τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα σε Ιόνιο και Νότιες Κυκλάδες βρίσκονται εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Αντίθετα, οι νέες τουρκικές ζώνες επεκτείνονται και πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, γεγονός που βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής αντίδρασης.
Δεν πρόκειται μόνο για το περιβάλλον
Πίσω από τη φαινομενικά περιβαλλοντική διάσταση της υπόθεσης βρίσκεται στην πραγματικότητα η παλιά και βαθιά ελληνοτουρκική διαφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες.
Η Άγκυρα παραμένει πιστή στη θέση που υποστηρίζει εδώ και δεκαετίες: ότι το Αιγαίο αποτελεί περίπτωση «ειδικών συνθηκών» και ότι τα ελληνικά νησιά δεν μπορούν να έχουν την επιρροή στις θαλάσσιες ζώνες που τους αναγνωρίζει επί της αρχής η ελληνική ανάγνωση του Δικαίου της Θάλασσας.
Πρόκειται για την αντίληψη που τα τελευταία χρόνια απέκτησε και ένα ισχυρό πολιτικό και γεωστρατηγικό περίβλημα μέσα από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η ίδια η τουρκική πλευρά υποστήριξε μετά τις ελληνικές αντιδράσεις ότι τα νέα πάρκα είναι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο αλλά και με τις «νομικές θέσεις» της Τουρκίας για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες.
Και αυτή η τελευταία διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί δείχνει ότι η δημιουργία των πάρκων δεν αντιμετωπίζεται από την Άγκυρα μόνο ως περιβαλλοντική πολιτική. Χρησιμοποιείται ταυτόχρονα για να επαναβεβαιώσει στο πεδίο τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις.
Γιατί τώρα
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα: γιατί η Τουρκία επέλεξε αυτή τη χρονική στιγμή;
Μία πιθανή απάντηση βρίσκεται στην αυξανόμενη αντίληψη στο εσωτερικό της Τουρκίας ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επέτρεψε στην Αθήνα να προωθήσει μια σειρά από στρατηγικές πρωτοβουλίες χωρίς να βρίσκεται υπό τη διαρκή πίεση μιας ελληνοτουρκικής κρίσης.
Ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα αντιμετωπίστηκαν από την Άγκυρα ως κινήσεις που επιχειρούν να παγιώσουν ελληνικές θέσεις.
Από αυτή την οπτική, η Τουρκία είχε ουσιαστικά δύο δρόμους: είτε να περιοριστεί σε διπλωματικές διαμαρτυρίες είτε να απαντήσει με μια αντίστοιχη κίνηση βασισμένη, όμως, στις δικές της διεκδικήσεις.
Επέλεξε το δεύτερο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη σημασία της εξέλιξης. Η Άγκυρα δεν στρατιωτικοποίησε τη διαφορά, αλλά μετέφερε τις διεκδικήσεις της σε ένα νέο πεδίο εφαρμογής.
Το δύσκολο δίλημμα περνά στην Αθήνα
Η πρώτη ελληνική αντίδραση ήταν σαφής.
Το υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την τουρκική ενέργεια παράνομη και τόνισε ότι δεν μπορεί να παράξει έννομα αποτελέσματα ούτε ως προς τα διεθνή ύδατα ούτε ως προς τα ελληνικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα. Παράλληλα, διεμήνυσε ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να ενεργεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα για την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.
Το δυσκολότερο ερώτημα, όμως, αφορά τι ακολουθεί μετά τις ανακοινώσεις.
Η Ελλάδα διαθέτει διπλωματικές και νομικές επιλογές. Όσο όμως οι κινήσεις μεταφέρονται από το επίπεδο των χαρτών και των διακηρύξεων στο πεδίο, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος έντασης.
Μια ελληνική χωροθέτηση που θα επικαλύπτει περιοχές τις οποίες τώρα εντάσσει η Τουρκία στα δικά της πάρκα είναι ένα από τα σενάρια που αναμένεται να συζητηθούν. Πρόκειται, ωστόσο, για επιλογή που απαιτεί εξαιρετικά προσεκτική νομική και διπλωματική προετοιμασία.
Ο κίνδυνος μιας νέας «κανονικότητας» στο Αιγαίο
Υπάρχει και ένα ακόμη πιο δύσκολο ενδεχόμενο.
Εάν οι δύο πλευρές επιχειρήσουν στην πράξη να ασκήσουν αρμοδιότητες στις ίδιες ή σε επικαλυπτόμενες θαλάσσιες περιοχές, το Αιγαίο μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια νέα μορφή καθημερινής τριβής.
Όχι πλέον με τις αερομαχίες και τις αναχαιτίσεις που χαρακτήρισαν προηγούμενες δεκαετίες, αλλά με πλοία και σκάφη των δύο ακτοφυλακών.
Ένα τέτοιο περιβάλλον θα αύξανε σημαντικά τις πιθανότητες ατυχήματος ή λανθασμένου υπολογισμού και μαζί τον κίνδυνο ένα σχετικά περιορισμένο επεισόδιο να εξελιχθεί σε σοβαρότερη κρίση.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διάσταση της τουρκικής κίνησης.
Τα θαλάσσια πάρκα από μόνα τους δεν αλλάζουν το νομικό καθεστώς του Αιγαίου. Μπορούν, όμως, να δημιουργήσουν ένα ακόμη πεδίο στο οποίο οι δύο χώρες θα επιχειρούν να κατοχυρώσουν στην πράξη τις εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις τους για τις θαλάσσιες ζώνες.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα μεταφέρει πλέον στην Αθήνα ένα δύσκολο δίλημμα: πώς απαντάς σε μια κίνηση που θεωρείς παράνομη χωρίς ταυτόχρονα να μπεις σε έναν νέο κύκλο κλιμάκωσης;
Και αυτή τη φορά, η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο με ανακοινώσεις.










Comments