Υπάρχουν εικόνες που, χωρίς να το επιδιώκουν και εφόσον βρουν τον κατάλληλο άνθρωπο, γίνονται μικρά ιστορικά ντοκουμέντα. Μια τέτοια εικόνα άφησε πίσω του και ο Νίκος Καζαντζάκης, όταν πέρασε από την Κόρινθο και τον Ισθμό το 1937. Ανάμεσα στις μεγάλες αναφορές του στον Μοριά, στον Ακροκόρινθο, στους Ατρείδες, στον Κολοκοτρώνη και στους αρχαίους μύθους, χώρεσε κάτι πολύ πιο καθημερινό: το σουβλάκι. Και μάλιστα το σουβλάκι του Ισθμού.
Η αναφορά βρίσκεται στα ταξιδιωτικά του κείμενα για την Πελοπόννησο, που περιλαμβάνονται στη σειρά «Ταξιδεύοντας». Πρόκειται για μια ιδιαίτερη καταγραφή, όχι μόνο επειδή μας μεταφέρει στην Κόρινθο μιας άλλης εποχής, αλλά και γιατί το σουβλάκι σπάνια έβρισκε τότε θέση στη λογοτεχνία. Ήταν φαγητό του δρόμου, απλό και λαϊκό, πολύ πριν αποκτήσει τη σημερινή θέση στην ελληνική γαστρονομική κουλτούρα.
Ο Καζαντζάκης, όμως, το βάζει κανονικά μέσα στο σκηνικό του. Και γύρω του στήνει μια ολόκληρη μικρή παράσταση: τον σταθμό, τους ταξιδιώτες, τα σταφύλια, τα λουκούμια, την κνίσα του ψημένου κρέατος, τον φουστανελά που περνά τις μπουκιές στα καλαμάκια, μια πληθωρική γυναίκα και ένα πονηρό στρατιωτάκι. Από εκεί, σχεδόν χωρίς προειδοποίηση, περνά στον Ακροκόρινθο, στην αρχαία Κόρινθο, στον Πήγασο και στον Βελλεροφόντη.
Γράφει:
«Περάσαμε τον Ισθμό, μπήκαμε στην “Ακρόπολη της Ελλάδας”. Η Πελοπόννησος στάθηκε πάντα η κοιτίδα του Ελληνισμού, έδαφος ιερό, γόνιμο, με όλες τις χάρες του νησιού και της στεριάς. Ο “Κατακαημένος Μοριάς” δέχτηκε όλα τα χτυπήματα της δυστυχίας και της δόξας, από τον γεροπαππού του Αγαμέμνονα ως το Γέρο του Μοριά. Ένα ταξίδι στην Ελλάδα, από την Πελοπόννησο πάντα, τη γριά Μάννα, πρέπει ν’ αρχίζει. Εδώ είναι οι ρίζες, αιματηρές, γεμάτες βουλιμία – ο Ταΰγετος, ο Αλφειός, ο Ευρώτας, οι Ατρείδες, η Ελένη, ο Πλήθων, ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης. Η Αθήνα, ο ανθός, η ακρότατη φιλοδοξία της ρίζας, έρχεται αργότερα.
Άσπρα ηλιοκαμένα χώματα, ο αγέρας γεμάτος σκόνη, το πεύκο δροσίζει και παρηγοράει το μάτι σα μιαν ανάβρα νερό. Η Κόρινθος, νιοχτισμένη ύστερα από τους σεισμούς, συμμετρική, φαντάζει μέσα στον κουρνιαχτό σαν έρημη. Απλώνεται αμίλητη στον ήλιο, και μονάχα στην άκρα της, στο σταθμό, ξεσπούν άγριες φωνές, παμπόνηροι Μοραΐτες πουλούν σταφύλια, χιμούν οι επιβάτες σ’ ένα βρωμερό μακρουλό τραπέζι με νερό και λουκούμια. Σε μια γωνιά, μέσα στον ήλιο, ανεβαίνει φρικτή κνίσα, ένας λιγδερός φουστανελάς περνά από μικρά καλαμάκια μπουκιές κρέας και το πασπαλίζει με θρούμπα και πιπέρι. Στο υπόστεγο, στον ίσκιο, μια γυναίκα παχουλή, ξεστήθωτη, με χρυσά δόντια, σείεται και κουνιέται και κοιτάζει τους άντρες. Κι ένα στρατιωτάκι αγοράζει δυο σουβλάκια και δυο σταφύλια και τη ζυγώνει βήχοντας πονηρά.
Πέρα, κατά το νότο, σηκώνεται μέσα στο φως άγριος, με γαλάζιες μεταλλικές αναλαμπές, με τη βαριά βυζαντινή, φράγκικη και τούρκικη κορόνα στο κεφάλι, ο Ακροκόρινθος. Και στα πόδια του, χαμηλά στον κάβο, γυαλίζει η ρημαγμένη περιοχή, όπου μια φορά κι έναν καιρό βούιζε, γεμάτη εμπόρους και χαροκόπους και βαμμένες γυναίκες, η παλιά πολιτεία της ηδονής. Ο ναός της Αφροδίτης με τις χίλιες ιέρειες, όπου είχε καταφύγει η συριακή Αστάρτη με τους πλήθιους απανωτούς μαστούς, αφανίστηκε. Αφανίστηκε κι ο σεμνός ναός της Αθηνάς της Χαλινίτιδας, που βοήθησε το Βελλεροφόντη να δαμάσει τον Πήγασο βάζοντάς του χαλινάρι. Μένει μονάχα η Δρακονέρα, η ιερή πηγή Πειρήνη, που την έκαμε ν’ αναβρύσει ο Πήγασος κλοτσώντας με οργή τον κατάξερο βράχο.
Μιαν άλλη φορά, θυμούμαι, είχα ανεβεί στην παλιά πολιτεία κι είχα κατηφορίσει μέσα στο σκαλισμένο βράχο να δω την εφτακάθαρη ιερή πηγή της Ποίησης. Ο Βελλεροφόντης, χιλιάδες χρόνια, γοητεύει με την αλαζονική σκληρή μοίρα του όσους λαχταρούν το αδύνατο. Είχε πηδήσει απάνω στο φοβερό θεριό της Ποίησης, μα είχε ξεχάσει το δώρο της θεάς της φρόνησης, το χαλινάρι. Κι έτσι, αχαλίνωτος, χίμηξε παραδομένος μονάχα στα φτερά του αλόγου του, να κουρσέψει τον ουρανό. Κι ο Δίας, ο αυστηρός θεός της πειθαρχίας, τον γκρέμισε από τον Πήγασο κάτω στη γης. Και σε όλη του πια τη ζωή, γύρισε ο Βελλεροφόντης τυφλωμένος και κουτσός μέσα στο διψασμένο κάμπο.
Και τώρα, μέσα από την παρδαλή βουή του σιδηροδρομικού σταθμού κι από τη λιπαρή κνίσα που ανεβαίνει από τα σουβλάκια και μέσα από τα γέλια που άρχισαν ν’ αναβρύζουν από το χρυσόδοντο στόμα της παχουλής γυναίκας, που μασούλιζε τώρα κι αυτή δίπλα στο πονηρό στρατιωτάκι, η σκληρότατη μοίρα του παμπάλαιου προγόνου ξανάρχεται στο νου και μάχεται να χαλιναρώσει τις άφρονες λαχτάρες της καρδιάς».
Η Κόρινθος και το σουβλάκι του 1937
Το κείμενο γράφτηκε μετά το ταξίδι που πραγματοποίησε ο Καζαντζάκης στην Πελοπόννησο το φθινόπωρο του 1937. Οι εντυπώσεις εκείνης της περιήγησης μεταφέρθηκαν στη συνέχεια σε άρθρα και ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις που άρχισαν να δημοσιεύονται στον αθηναϊκό Τύπο.
Η αξία της συγκεκριμένης αναφοράς βρίσκεται και στην καθημερινότητα που διασώζει. Το σουβλάκι υπήρχε ήδη στην ελληνική ζωή, όμως δύσκολα θα το συναντούσε κανείς στις σελίδες της «υψηλής» λογοτεχνίας. Ήταν φτηνό, γρήγορο, λαϊκό φαγητό, συνδεδεμένο περισσότερο με τον δρόμο, την αγορά και τον ταξιδιώτη παρά με τη γαστρονομία όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα.
Στον Ισθμό, όμως, το σουβλάκι εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο. Για πολλές δεκαετίες έγινε σχεδόν συνώνυμο της στάσης ανάμεσα στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Πριν από τους σύγχρονους αυτοκινητόδρομους και τις γρήγορες διελεύσεις, το ταξίδι είχε τις δικές του τελετουργίες. Και μία από αυτές ήταν η στάση στον Ισθμό.
Εκεί ο ταξιδιώτης κατέβαινε, ξεκουραζόταν για λίγο και έτρωγε το περίφημο σουβλάκι, πριν συνεχίσει προς τον Μοριά ή προς την Αθήνα. Η παράδοση αυτή έχει βαθιές ρίζες, που φτάνουν στα χρόνια κατά τα οποία ο Ισθμός μετατρεπόταν σε έναν από τους σημαντικότερους συγκοινωνιακούς κόμβους της χώρας, μετά και τη διάνοιξη της Διώρυγας στα τέλη του 19ου αιώνα.
Βέβαια, η ιδέα του κρέατος περασμένου σε μικρή σούβλα και ψημένου πάνω στη φωτιά είναι πολύ παλαιότερη από το ελληνικό σουβλάκι. Παραλλαγές της συναντώνται εδώ και αιώνες σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Ασία και αργότερα τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, η βασική ιδέα παραμένει σχεδόν ίδια: μικρά κομμάτια φαγητού πάνω σε μια βέργα και ψήσιμο στη φωτιά.
Στην Κόρινθο, ωστόσο, το σουβλάκι απέκτησε τη δική του τοπική ιστορία.
Και χάρη στον Καζαντζάκη έχουμε σήμερα ένα στιγμιότυπο αυτής της ιστορίας από το μακρινό 1937: έναν σκονισμένο σταθμό, σταφύλια και λουκούμια πάνω στα τραπέζια, έναν φουστανελά να πασπαλίζει το κρέας με θρούμπα και πιπέρι, ένα στρατιωτάκι με δυο σουβλάκια στο χέρι και, στο βάθος, τον Ακροκόρινθο.
Μια ολόκληρη Κόρινθος μιας άλλης εποχής, κλεισμένη μέσα στη μυρωδιά της «λιπαρής κνίσας» από τα σουβλάκια του Ισθμού.










Comments