Με αναφορές που ξεπερνούν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και αγγίζουν τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας, το τηλεοπτικό μήνυμα του Κυριάκος Μητσοτάκης για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιχειρεί να εμφανίσει μια «νέα αφετηρία» στη μάχη κατά της διαφθοράς, καταθέτοντας παράλληλα μια πρόταση που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Ο πρωθυπουργός, στον απόηχο των εξελίξεων με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και υπό τη σκιά των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επέλεξε να μεταφέρει το βάρος της πολιτικής του απάντησης σε μια θεσμική τομή: την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας μετά τις εκλογές του 2027.
Σύμφωνα με την πρότασή του, οι υπουργοί θα παύουν να είναι βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους στην κυβέρνηση και θα αντικαθίστανται στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα του συνδυασμού τους. Μια ρύθμιση που, όπως υποστηρίζει, θα «αναβαθμίσει τον ρόλο του βουλευτή» και θα συμβάλει στον εκσυγχρονισμό του κράτους.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί «ρήξης με το βαθύ κράτος», διαφαίνεται μια πρόταση που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Διότι στην πράξη, το προτεινόμενο μοντέλο δημιουργεί μια νέα κατηγορία βουλευτών: εκείνους που δεν εκλέγονται απευθείας από το εκλογικό σώμα, αλλά προκύπτουν ως προσωρινοί αντικαταστάτες – και παραμένουν στη θέση τους μόνο όσο το επιτρέπει η εκτελεστική εξουσία. Η κοινοβουλευτική τους ιδιότητα παύει να είναι προϊόν λαϊκής εντολής και μετατρέπεται σε παράγωγο κυβερνητικής επιλογής.
Το σχήμα είναι απλό αλλά αποκαλυπτικό: ο πρωθυπουργός υπουργοποιεί έναν εκλεγμένο βουλευτή και στη θέση του αναβαθμίζεται ο επιλαχών. Αν ο τελευταίος αποδειχθεί «ενοχλητικός» ή απλώς ανεπιθύμητος, ένας ανασχηματισμός αρκεί για να τον επαναφέρει εκτός Βουλής. Η έδρα, δηλαδή, καθίσταται εξαρτημένη όχι από την ψήφο των πολιτών, αλλά από τις αποφάσεις του Μεγάρου Μαξίμου.
Με άλλα λόγια, οι ανασχηματισμοί παύουν να αναδιατάσσουν μόνο την κυβέρνηση και αποκτούν τη δυνατότητα να ανασχηματίζουν και το ίδιο το Κοινοβούλιο.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το ενδεχόμενο αλλοίωσης της σύνθεσης της Βουλής σε μαζική κλίμακα. Σε ένα τέτοιο σύστημα, ένα σημαντικό ποσοστό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας θα μπορούσε να αποτελείται όχι από τους εκλεγμένους, αλλά από επιλαχόντες, των οποίων η παραμονή θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη διατήρηση της υπουργικής ιδιότητας των «προκατόχων» τους.
Τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο πιεστικά σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν επιλαχόντες – είτε λόγω εξάντλησης της λίστας είτε για άλλους λόγους. Το θεσμικό κενό που δημιουργείται ανοίγει επικίνδυνες ερμηνείες, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η πρόταση στερείται επαρκούς συνταγματικής επεξεργασίας.
Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός συνδέει την πρωτοβουλία αυτή με την αντιμετώπιση της διαφθοράς, υποστηρίζοντας ότι ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η αποσύνδεση των ρόλων θα περιορίσουν τα φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας.
Ωστόσο, η κριτική που διατυπώνεται είναι ότι η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται με θεσμικές ακροβασίες, αλλά με ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας. Και κυρίως, όχι με ρυθμίσεις που ενδέχεται να υπονομεύσουν τη διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία του Κοινοβουλίου.
Σε μια συγκυρία που απαιτεί καθαρές απαντήσεις για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το κυβερνητικό αφήγημα περί «βαθέος κράτους» μοιάζει να συνοδεύεται από μια πρόταση που, αντί να περιορίζει τη συγκέντρωση εξουσίας, κινδυνεύει να την ενισχύσει.
Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο παράδοξο της υπόθεσης.









Comments