Μια ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ανεργία και το επίδομα ανεργίας προτείνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ του περιορισμού της επιδότησης στους δύο μήνες.
Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο κ. Μαρινάκης διευκρίνισε ότι πρόκειται για προσωπική του θέση, την οποία όμως σκοπεύει να υποστηρίξει πολιτικά και να διεκδικήσει την εφαρμογή της μετά τις επόμενες εκλογές.
Το σκεπτικό του βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι συνθήκες στην αγορά εργασίας έχουν αλλάξει δραστικά και ότι σήμερα όποιος πραγματικά επιθυμεί να εργαστεί μπορεί να βρει δουλειά.
«Δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει», υποστήριξε, καταλήγοντας ότι «δεν θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει επίδομα ανεργίας πάνω από δύο μήνες».
Σύμφωνα με την πρότασή του, οι πόροι που θα εξοικονομηθούν από τον περιορισμό της διάρκειας του επιδόματος θα πρέπει να κατευθυνθούν στις επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε, όπως υποστηρίζει, αντί να επιδοτείται η ανεργία να επιδοτείται η εργασία.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε επίσης τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλές επιχειρήσεις στην εξεύρεση προσωπικού, ενώ ξεχώρισε το επίδομα ανεργίας από κοινωνικές παροχές όπως τα αναπηρικά επιδόματα και τα επιδόματα μητρότητας, τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να διατηρηθούν και να ενισχυθούν.
Και ο εργαζόμενος πού βρίσκεται σε αυτή την εξίσωση;
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη πλευρά της πρότασης που δεν μπορεί να χωρέσει στη διαπίστωση ότι «δουλειές υπάρχουν».
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει μια οποιαδήποτε θέση εργασίας. Είναι αν υπάρχει δουλειά με αξιοπρεπή μισθό, ανθρώπινο ωράριο, εργασιακή ασφάλεια και συνθήκες που επιτρέπουν στον εργαζόμενο να ζήσει από την εργασία του.
Το επίδομα ανεργίας δεν είναι απλώς ένα ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον επειδή δεν εργάζεται. Λειτουργεί και ως ένα προσωρινό δίχτυ ασφαλείας, ώστε ο άνθρωπος που έχασε τη δουλειά του να έχει ένα στοιχειώδες χρονικό περιθώριο να αναζητήσει την επόμενη θέση εργασίας χωρίς να βρίσκεται από την πρώτη στιγμή με την πλάτη στον τοίχο.
Περιορίστε αυτό το διάστημα στους δύο μήνες και η ισορροπία αλλάζει δραματικά.
Ο εργαζόμενος που έχει ενοίκιο, λογαριασμούς, οικογένεια και καθημερινές υποχρεώσεις δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αναζητήσει καλύτερη ή έστω αντίστοιχη εργασία με αυτή που έχασε. Με το χρονόμετρο των δύο μηνών να τρέχει, πολύ σύντομα θα αναγκαστεί να δεχτεί αυτό που υπάρχει.
Οποιαδήποτε δουλειά. Με οποιονδήποτε μισθό. Με οποιοδήποτε ωράριο. Και, πολλές φορές, με οποιεσδήποτε συνθήκες εργασίας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανατροπή που προκαλεί η συγκεκριμένη πρόταση. Ενισχύεται σημαντικά η διαπραγματευτική θέση του εργοδότη και αποδυναμώνεται εκείνη του εργαζομένου.
Όταν ο άνεργος γνωρίζει ότι διαθέτει ένα στοιχειώδες εισόδημα για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, μπορεί να αρνηθεί μια εξευτελιστική πρόταση και να συνεχίσει να ψάχνει. Όταν γνωρίζει ότι σε λίγες εβδομάδες θα μείνει χωρίς κανένα εισόδημα, η δυνατότητα να πει «όχι» περιορίζεται δραματικά.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράδοξο στην πρόταση: τα χρήματα που αφαιρούνται από τον άνεργο προτείνεται να κατευθυνθούν στις επιχειρήσεις, μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών.
Δηλαδή, η λύση στο πρόβλημα των επιχειρήσεων που «δεν βρίσκουν εργαζόμενους» δεν αναζητείται πρωτίστως στην αύξηση των αποδοχών και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας ώστε οι θέσεις να γίνουν ελκυστικότερες. Αναζητείται στην αύξηση της οικονομικής πίεσης προς τον άνεργο ώστε να επιστρέψει γρηγορότερα στην αγορά εργασίας.
Ασφαλώς, το σύστημα επιδομάτων πρέπει να αξιολογείται, να ελέγχεται και να μην αποτελεί μηχανισμό μόνιμης αποχής από την εργασία. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από το να θεωρούμε ότι δύο μήνες είναι αρκετοί για κάθε άνεργο, ανεξαρτήτως ηλικίας, ειδικότητας, τόπου κατοικίας ή οικογενειακών υποχρεώσεων.
Και τελικά η φράση «όποιος θέλει δουλειά βρίσκει» απαντά μόνο στη μισή ερώτηση.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι αν ο άνθρωπος μπορεί να βρει οποιαδήποτε δουλειά. Είναι αν μπορεί να βρει μια δουλειά από την οποία να μπορεί να ζήσει.










Comments