ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Νέος ΚΟΚ: Όταν η αυστηρότητα γίνεται εξόντωση – Πού τελειώνει η οδική ασφάλεια και πού αρχίζει η υπερβολή;

0
Πρόστιμα χιλιάδων ευρώ και πολύμηνες αφαιρέσεις διπλωμάτων – Ο έντονος προβληματισμός για την αναλογικότητα των νέων ποινών και το ερώτημα αν πίσω από την αυστηρότητα κρύβεται και μια ισχυρή εισπρακτική λογική

Έντονος προβληματισμός έχει αρχίσει να αναπτύσσεται γύρω από τις ποινές του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις είναι πλέον εξαιρετικά αυστηρές και, όταν υπάρχει υποτροπή, μπορούν να γίνουν πραγματικά εξοντωτικές.

Κανείς ασφαλώς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την ανάγκη δραστικής αντιμετώπισης της πραγματικά επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς.

Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, η ακραία ταχύτητα, η χρήση κινητού κατά την οδήγηση και γενικότερα συμπεριφορές που μπορούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να στοιχίσουν τη ζωή σε έναν ανυποψίαστο άνθρωπο, είναι λογικό να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα.

Ακόμη και εκεί μπορεί να υπάρξει συζήτηση για το ύψος ορισμένων ποινών. Η βασική αρχή, όμως, δύσκολα αμφισβητείται: όποιος με τη συμπεριφορά του δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου πρέπει να γνωρίζει ότι οι συνέπειες θα είναι βαριές.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να χρησιμοποιείται η ίδια σχεδόν λογική και για παραβάσεις διαφορετικής φύσης και διαφορετικού βαθμού επικινδυνότητας.

350 ευρώ και έναν μήνα χωρίς δίπλωμα για ζώνη ή κράνος

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή προστατευτικού κράνους. Με τον νέο ΚΟΚ, ο οδηγός που δεν φορά ζώνη τιμωρείται με 350 ευρώ πρόστιμο και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 30 ημέρες. Στην πρώτη υποτροπή το πρόστιμο φτάνει τα 1.000 ευρώ και η αφαίρεση της άδειας τους έξι μήνες, ενώ στη δεύτερη υποτροπή προβλέπονται 2.000 ευρώ και αφαίρεση έως ένα έτος. Αντίστοιχη είναι η κλιμάκωση για τη μη χρήση κράνους.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση περί αναλογικότητας.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ζώνη και το κράνος σώζουν ζωές. Η χρήση τους πρέπει να είναι υποχρεωτική και η παράβασή τους να τιμωρείται. Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά σε σχέση με άλλες παραβάσεις: η βασική συνέπεια της μη χρήσης τους αφορά πρωτίστως την ασφάλεια του ίδιου του οδηγού ή του επιβάτη. Δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να περνά κάποιος με κόκκινο, να οδηγεί μεθυσμένος ή να κινείται με ακραία ταχύτητα μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου η πράξη του δημιουργεί άμεσο και ανεξέλεγκτο κίνδυνο για οποιονδήποτε βρεθεί στον δρόμο του.

Ασφαλώς, η μη χρήση ζώνης ή κράνους έχει και ευρύτερο κοινωνικό κόστος όταν οδηγεί σε σοβαρότερο τραυματισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί το βασικό ερώτημα: πρέπει παραβάσεις διαφορετικής επικινδυνότητας να έχουν τόσο βαριές διοικητικές συνέπειες;

Για έναν επαγγελματία, το δίπλωμα είναι η δουλειά του

Το πρόβλημα γίνεται πολύ μεγαλύτερο όταν η αφαίρεση της άδειας αφορά έναν άνθρωπο που ζει από την οδήγηση.

Για έναν οδηγό ταξί, έναν οδηγό φορτηγού, έναν διανομέα ή οποιονδήποτε επαγγελματία χρειάζεται καθημερινά το όχημά του, το δίπλωμα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετακίνησης. Είναι εργαλείο εργασίας.

Η αφαίρεσή του για έναν μήνα μπορεί να σημαίνει έναν μήνα χωρίς εισόδημα. Για έξι μήνες μπορεί να σημαίνει απώλεια θέσης εργασίας, οικονομική αδυναμία, συσσωρευμένες υποχρεώσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαγγελματική καταστροφή.

Το ίδιο ζήτημα τίθεται και σε διοικητικές παραβάσεις που αφορούν το όχημα ή τα επαγγελματικά έγγραφα. Για παράδειγμα, η οδήγηση με ληγμένο Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας εντάσσεται στις παραβάσεις που επισύρουν πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση άδειας για 30 ημέρες. Στην εκπρόθεσμη προσκόμιση οχήματος για ΚΤΕΟ προβλέπονται επίσης διοικητικές κυρώσεις, με αφαίρεση στοιχείων κυκλοφορίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό: Μέχρι ποιο σημείο η Πολιτεία τιμωρεί την παράβαση και από ποιο σημείο και μετά τιμωρεί την ίδια τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να εργάζεται;

Η ίδια η φιλοσοφία του ΚΟΚ μιλά για αναλογικότητα

Το παράδοξο είναι ότι η φιλοσοφία με την οποία παρουσιάστηκε ο νέος ΚΟΚ ήταν ακριβώς η αντίθετη.

Η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι οι παραβάσεις θα κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την επικινδυνότητά τους και ότι οι ποινές πρέπει να είναι ανάλογες με τη σοβαρότητα κάθε πράξης. Στην ίδια παρουσίαση αναφερόταν, πάντως, ως στόχος και η διασφάλιση της είσπραξης των προστίμων.

Ακόμη και στη Βουλή, κατά την επεξεργασία του νέου ΚΟΚ, είχαν καταγραφεί ενστάσεις για το ύψος και την πρακτική εφαρμογή των κυρώσεων. Συγκοινωνιολόγοι είχαν θέσει το ερώτημα κατά πόσο είναι ρεαλιστικό, για παράδειγμα, να βεβαιώνονται σε ένα δίκυκλο με δύο άτομα χωρίς κράνος πρόστιμα που συνολικά μπορεί να ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ.

Επομένως, η συζήτηση δεν αφορά το δίλημμα «αυστηρός ή χαλαρός ΚΟΚ». Αφορά κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: αν η ποινή είναι ανάλογη με την πράξη.

Υπάρχει ήδη το point system

Υπάρχει, μάλιστα, ένα εργαλείο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ περισσότερο: το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών, το γνωστό point system. Αντί για την άμεση στέρηση του διπλώματος σε κάθε παράβαση, θα μπορούσε σε παραβάσεις μικρότερης επικινδυνότητας να λειτουργεί περισσότερο η λογική της κλιμάκωσης. Πρόστιμο, βαθμοί ποινής, υποχρεωτική επανεκπαίδευση και αυστηρότερη κύρωση όταν ο οδηγός επιμένει να παρανομεί. Έτσι θα ξεχωρίζει ο οδηγός που έκανε μία παράβαση από εκείνον που εμφανίζει σταθερά επικίνδυνη συμπεριφορά. Διότι άλλο είναι η τιμωρία και άλλο η εξόντωση.

Αυστηρό κράτος μόνο απέναντι στον οδηγό;

Υπάρχει, τέλος, και μια συζήτηση την οποία συχνά αποφεύγουμε. Η Πολιτεία απαιτεί –και σωστά– από τον οδηγό να έχει ασφαλές όχημα, να τηρεί τα όρια, να σέβεται τα σήματα, να μην οδηγεί έχοντας πιει και να εφαρμόζει τον ΚΟΚ. Την ίδια αυστηρότητα, όμως, οφείλει να επιδεικνύει και απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Στους δρόμους με κατεστραμμένο οδόστρωμα. Στην ανεπαρκή σήμανση. Στα επικίνδυνα σημεία που παραμένουν επί χρόνια χωρίς παρέμβαση. Στα έργα χωρίς επαρκή προστασία. Στους δρόμους όπου ο οδηγός καλείται να είναι απολύτως συνεπής σε ένα περιβάλλον που πολλές φορές κάθε άλλο παρά ασφαλές είναι.

Η οδική ασφάλεια δεν μπορεί να είναι αποκλειστική υποχρέωση του πολίτη.

Και τελικά: ασφάλεια ή έσοδα;

Κάπου εδώ προκύπτει και ένα πιο δύσκολο ερώτημα. Οι μεγάλες ποινές πράγματι λειτουργούν αποτρεπτικά ή υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η υπερβολική αύξηση των προστίμων δεν αλλάζει την οδηγική συμπεριφορά αλλά απλώς αυξάνει τα ποσά που καταλήγουν στα δημόσια ταμεία;

Δεν είναι αβάσιμο ερώτημα, ιδιαίτερα όταν η ίδια η επίσημη παρουσίαση του νέου πλαισίου περιελάμβανε ανάμεσα στους στόχους και τη διασφάλιση της είσπραξης των προστίμων.

Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι πρέπει να χαλαρώσουν οι κανόνες απέναντι στον μεθυσμένο οδηγό, στον οδηγό που περνά με κόκκινο ή σε εκείνον που μετατρέπει έναν δημόσιο δρόμο σε πίστα.

Αλλά ακριβώς επειδή αυτές οι συμπεριφορές είναι πραγματικά επικίνδυνες, δεν πρέπει να ισοπεδώνονται όλες οι παραβάσεις κάτω από την ίδια λογική της εξοντωτικής τιμωρίας.

Ο καλός ΚΟΚ δεν είναι εκείνος που επιβάλλει τις μεγαλύτερες ποινές. Είναι εκείνος που επιβάλλει τη σωστή ποινή στη σωστή παράβαση, προστατεύει τη ζωή, αλλά διατηρεί ταυτόχρονα το μέτρο και την αναλογικότητα. Γιατί η οδική ασφάλεια είναι πράγματι αδιαπραγμάτευτη. Η αναλογικότητα, όμως, είναι επίσης βασική αρχή ενός δίκαιου κράτους.

Εμμανουήλ Καραλής: Πέταξε πάνω από τα 6,20μ. και έκανε νέο πανελλήνιο ρεκόρ

Previous article

Μεγάλες Μέρες Νεμέας 2026: Η καρδιά του ελληνικού κρασιού χτυπά ξανά στη Νεμέα

Next article

You may also like

Comments

Comments are closed.