Οι αποφάσεις που ελήφθησαν στις Βρυξέλλες για τη χρηματοδοτική στήριξη της Ουκρανίας επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα παλιό, αλλά άλυτο, ευρωπαϊκό ερώτημα. Όχι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κινητοποιήσει τεράστιους οικονομικούς πόρους, αλλά πότε και για ποιους το επιλέγει.
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε συμφωνία για την παροχή χρηματοδοτικού πακέτου ύψους έως 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία, μέσω εγγυήσεων και μηχανισμών κοινού δανεισμού. Πρόκειται για σχήμα που, στην πράξη, προσομοιάζει σε ευρωομόλογο, καθώς το βάρος της εγγύησης επιμερίζεται στα κράτη μέλη.
Η απόφαση αυτή ελήφθη σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία. Την ίδια ώρα που Ευρωπαίοι αγρότες διαδήλωναν μαζικά έξω από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, διαμαρτυρόμενοι για το αυξημένο κόστος παραγωγής, τη μείωση των εισοδημάτων και τις πιέσεις που δέχονται από τις κοινοτικές πολιτικές, η ευρωπαϊκή ηγεσία επέλεγε να δώσει προτεραιότητα σε μια γεωπολιτική χρηματοδότηση πρωτοφανούς κλίμακας.
Το στοιχείο που προκαλεί πολιτική συζήτηση δεν είναι μόνο το ύψος του ποσού. Είναι η θεσμική ευελιξία που επιδείχθηκε. Την περίοδο της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, η έκδοση ευρωομολόγου παρουσιαζόταν ως αδιανόητη, νομικά προβληματική και πολιτικά επικίνδυνη. Σήμερα, η ίδια επιλογή εμφανίζεται ως αναγκαία και εφικτή, όταν αφορά μια χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ουκρανία, υπό την ηγεσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, παραμένει χώρα σε καθεστώς πολέμου, με σοβαρά ζητήματα θεσμικής λειτουργίας και διαφάνειας, όπως καταγράφονται διαχρονικά σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών. Παρά ταύτα, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προχωρά με ταχύτητα και πολιτική συναίνεση, χωρίς τον βαθμό αυστηρής αιρεσιμότητας που επιβλήθηκε σε κράτη μέλη κατά το παρελθόν.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη αντίφαση. Η Ευρώπη αποδεικνύει ότι διαθέτει τα χρηματοδοτικά εργαλεία και την πολιτική βούληση όταν πρόκειται για στρατηγικές επιλογές υψηλής γεωπολιτικής σημασίας. Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται πολύ πιο φειδωλή όταν καλείται να αντιμετωπίσει κοινωνικές ανισότητες, παραγωγικές κρίσεις και πιέσεις στο εσωτερικό της.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά την Ουκρανία καθαυτή. Αφορά τη συνέπεια της ευρωπαϊκής πολιτικής. Αφορά το κατά πόσο η Ένωση λειτουργεί με ενιαίους κανόνες ή με κανόνες που προσαρμόζονται ανάλογα με τις προτεραιότητες της στιγμής.
Σε μια Ευρώπη που ζητά κοινωνική αντοχή και πολιτική εμπιστοσύνη από τους πολίτες της, η επιλεκτική επίκληση των κανόνων παραμένει το πιο αδύναμο σημείο της.










Comments