Ήταν εκείνος ο φονικός καύσωνας που ανάγκασε την Ελλάδα να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις ακραίες θερμοκρασίες.
Το καλοκαίρι του 1987 δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τους 44 και 45 βαθμούς Κελσίου που καταγράφηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά κυρίως για τον τραγικό απολογισμό των τουλάχιστον 1.300 επισήμως καταγεγραμμένων νεκρών, εκ των οποίων οι 1.115 στην Αθήνα.
Σήμερα, η λειτουργία κλιματιζόμενων δημοτικών χώρων, οι συνεχείς προειδοποιήσεις της Πολιτικής Προστασίας και η ευρεία χρήση κλιματιστικών θεωρούνται αυτονόητες.
Όμως, όλα αυτά αποτελούν σε μεγάλο βαθμό την παρακαταθήκη της εθνικής τραγωδίας του Ιουλίου του 1987.
Ένας καύσωνας χωρίς τέλος
Τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια εμφανίστηκαν στις 18 και 19 Ιουλίου, όταν η θερμοκρασία άγγιξε τους 38-39°C.
Στις 20 και 21 Ιουλίου ο υδράργυρος ξεπέρασε τους 40°C και για περισσότερες από οκτώ συνεχόμενες ημέρες οι μέγιστες θερμοκρασίες παρέμειναν σταθερά πάνω από αυτό το όριο.
Στην Ελευσίνα καταγράφηκαν έως και 45°C, στη Νέα Φιλαδέλφεια 44°C, ενώ στο κέντρο της Αθήνας η μέγιστη θερμοκρασία έφτασε τους 41,9°C. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο, ωστόσο, ήταν οι νύχτες. Η θερμοκρασία δεν έπεφτε κάτω από τους 29-30 βαθμούς, στερώντας από τον ανθρώπινο οργανισμό τη δυνατότητα να ανακάμψει από τη θερμική καταπόνηση.
Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα συνέβαλαν ακόμη η υψηλή υγρασία, που έφτασε το 60%, η άπνοια και το έντονο φωτοχημικό νέφος που κάλυπτε την Αθήνα.
Μια χώρα εντελώς απροετοίμαστη
Η Ελλάδα του 1987 δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Τα κλιματιστικά θεωρούνταν είδος πολυτελείας και υπήρχαν μόνο σε λίγα σπίτια και επιχειρήσεις. Ακόμη και πολλά νοσοκομεία λειτουργούσαν χωρίς συστήματα ψύξης, ενώ οι περισσότεροι πολίτες προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη ζέστη με ανεμιστήρες, βρεγμένα σεντόνια ή παραμένοντας σε υπόγεια.
Η ενημέρωση του κοινού ήταν περιορισμένη και πολλοί ηλικιωμένοι, που είχαν μείνει μόνοι τους στις πόλεις ενώ οι οικογένειές τους βρίσκονταν ήδη σε διακοπές, δεν κατάφεραν να επιβιώσουν.
Χαρακτηριστική της δραματικής κατάστασης ήταν η εικόνα που μετέδιδαν καθημερινά τα δελτία ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης, καθώς ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί δεν υπήρχαν ακόμη.
Οι παρουσιαστές απηύθυναν ονομαστικές εκκλήσεις σε πολίτες που βρίσκονταν σε διακοπές να επικοινωνήσουν άμεσα με την Αστυνομία για «σοβαρή οικογενειακή υπόθεση» — μια φράση που, τις περισσότερες φορές, έκρυβε την τραγική είδηση ότι κάποιος ηλικιωμένος συγγενής τους δεν είχε καταφέρει να επιβιώσει από τον καύσωνα.
Και μέσα σε όλη την τραγική αυτή κατάσταση, ήρθε και το αθάνατο ελληνικό δαιμόνιο να συνδυαστεί με τον (επίσης αθάνατο) επιτήδειο Έλληνα για να εκμεταλλευτεί και τον καύσωνα.
Όπως γράφει στο μπλογκ του, ο μετεωρολόγος Δημήτρης Ζιακόπουλος: «Στην οδό Πανεπιστημίου, συμπατριώτες μας πουλούσαν στους ταλαίπωρους διαβάτες νερό σε πλαστικά ποτήρια, σε απίστευτα υψηλές τιμές…»! Βλέπετε, δεν υπήρχαν τότε τα μπουκαλάκια εμφιαλωμένου νερού…
Η Αθήνα μετατράπηκε σε παγίδα θανάτου
Οι πρώτοι εννέα θάνατοι καταγράφηκαν στις 22 Ιουλίου. Μέσα σε λίγες ημέρες ο αριθμός αυξήθηκε δραματικά.
Στις 24 Ιουλίου καταγράφηκαν 95 θάνατοι, στις 25 Ιουλίου άλλοι 250, ενώ μέχρι τις 26 Ιουλίου τα θύματα είχαν ήδη φτάσει περίπου τα 900. Όταν το κύμα ζέστης υποχώρησε, ο επίσημος απολογισμός έκανε λόγο για τουλάχιστον 1.300 νεκρούς, με τους 1.115 να προέρχονται από την Αθήνα.
Ο Δημήτρης Ζιακόπουλος έχει υποστηρίξει ότι οι συνολικοί θάνατοι που συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με τον καύσωνα μπορεί να έφτασαν ακόμη και τους 4.000, καθώς πολλοί δεν καταγράφηκαν επισήμως ως θύματα θερμοπληξίας.
Νοσοκομεία στα όριά τους και νεκροτομεία γεμάτα
Η κατάσταση εξελίχθηκε γρήγορα σε υγειονομική κρίση. Τα νοσοκομεία γέμισαν από περιστατικά θερμοπληξίας, ενώ οι νεκροθάλαμοι είχαν φτάσει στα όριά τους και αδυνατούσαν να δεχθούν άλλες σορούς, γεγονός που ανάγκασε τις αρχές να επιστρατεύσουν ακόμη και τις εγκαταστάσεις των στρατιωτικών νοσοκομείων.
Λίγο αργότερα, ο Τύπος αποκάλυπτε ότι, καθώς ούτε αυτές επαρκούσαν, χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και τα ψυγεία των βαγονιών του ΟΣΕ για την προσωρινή φύλαξη των νεκρών, μια εικόνα που αποτύπωσε με τον πιο σκληρό τρόπο το μέγεθος της εθνικής τραγωδίας.
Ταυτόχρονα, οι υποδομές της χώρας δοκιμάζονταν. Οι σιδηροδρομικές γραμμές του ηλεκτρικού στο τμήμα Ομόνοια – Πειραιάς υπερθερμάνθηκαν και διαστάλθηκαν, προκαλώντας διακοπές στα δρομολόγια, ενώ το ηλεκτρικό δίκτυο πιεζόταν από την αυξημένη κατανάλωση.
«Πότε θα έρθει ο βοριάς;»
Ο Δημήτρης Ζιακόπουλος, τότε νέος μετεωρολόγος της ΕΜΥ, έχει περιγράψει με συγκλονιστικό τρόπο τις ημέρες εκείνες.
Όπως έχει αναφέρει, κάθε δελτίο καιρού συνοδευόταν από την αγωνία εκατομμυρίων πολιτών που περίμεναν να ακούσουν πότε θα τελείωνε ο εφιάλτης. Στις τελευταίες ώρες του καύσωνα, ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ Κώστας Χούντας τον ρώτησε on air: «Πότε θα έρθει ο βοριάς;».
Η απάντηση ήταν σύντομη: «Στη διάρκεια της νύχτας». Πράγματι, λίγο μετά τις 2 τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, οι βοριάδες έφτασαν στην Αττική και η θερμοκρασία άρχισε επιτέλους να υποχωρεί.
Μια εθνική τραγωδία που έκανε τον γύρο του κόσμου
Η ανείπωτη καταστροφή δεν έμεινε μόνο στα ελληνικά σύνορα. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης παρακολουθούσαν με έκπληξη την εξέλιξη του φονικού καύσωνα, περιγράφοντας μια πρωτεύουσα που είχε μετατραπεί σε «καμίνι».
Οι New York Times, σε ανταπόκρισή τους στις 29 Ιουλίου 1987, έγραφαν ότι «οι νεκροθάφτες εργάζονται τη νύχτα με υπερωρίες» και περιέγραφαν ένα μακάβριο σκηνικό, με τα νοσοκομεία να ζητούν πάγο ακόμη και από την ψαραγορά για τη συντήρηση των σορών, καθώς οι νεκροθάλαμοι είχαν ξεπεράσει τα όριά τους.
Το δημοσίευμα μετέφερε επίσης μαρτυρίες κατοίκων που προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα σε μπανιέρες με νερό ή τυλιγμένοι με βρεγμένες πετσέτες μπροστά σε ανεμιστήρες, ενώ σημείωνε πως η πρώτη ερώτηση σε κάθε τηλεφώνημα εκείνες τις ημέρες ήταν: «Πώς αντέχεται η ζέστη;».
Στην Ελλάδα, ο Τύπος αποτύπωσε με δραματικό τρόπο το μέγεθος της εθνικής κρίσης.
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας « ΤΑ ΝΕΑ» με τον τίτλο «Σε τρένα οι νεκροί» έμεινε στην ιστορία, αποτυπώνοντας την αδυναμία των νεκροτομείων να διαχειριστούν τον τεράστιο αριθμό θυμάτων.
Η «Ελευθεροτυπία» κάνοντας λόγο για «εθνική συμφορά» σχολίαζε με πικρία ότι «είναι η μοίρα μας να πεθαίνουμε όταν υπάρχει κύμα καύσωνα, να πνιγόμαστε όταν βρέχει και να παραλύουμε όταν συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο», ασκώντας σκληρή κριτική στην έλλειψη κρατικής προετοιμασίας.
Τα καθημερινά πρωτοσέλιδα μιλούσαν για μια χώρα που δοκιμαζόταν όσο ποτέ άλλοτε από τη ζέστη, με τους αριθμούς των νεκρών να αυξάνονται μέρα με τη μέρα και την αγωνία να κυριαρχεί σε κάθε δελτίο ειδήσεων. Έτσι, ο καύσωνας του 1987 καταγράφηκε όχι μόνο ως η μεγαλύτερη μετεωρολογική τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και ως γεγονός που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη.
Το καλοκαίρι που άλλαξε την αντιμετώπιση των καυσώνων
Η τραγωδία του 1987 λειτούργησε ως σημείο καμπής για τη χώρα. Τα επόμενα χρόνια αυξήθηκε θεαματικά η χρήση κλιματιστικών σε σπίτια, δημόσια κτίρια και νοσοκομεία, ενώ σταδιακά δημιουργήθηκαν κλιματιζόμενοι χώροι φιλοξενίας για τις ημέρες ακραίας ζέστης.
Παράλληλα, οι κρατικοί μηχανισμοί απέκτησαν σχέδια διαχείρισης καυσώνων, οι δήμοι ενεργοποιούν πλέον δομές προστασίας των πολιτών και οι ενημερωτικές εκστρατείες για την πρόληψη της θερμοπληξίας αποτελούν πλέον πάγια πρακτική.
Η τραγική υπενθύμιση
Ο Ιούλιος του 1987 παραμένει μέχρι σήμερα το πιο θανατηφόρο κύμα καύσωνα που γνώρισε η σύγχρονη Ελλάδα. Δεν αποτέλεσε μόνο ένα ακραίο μετεωρολογικό γεγονός, αλλά μια εθνική τραγωδία που αποκάλυψε τις αδυναμίες των υποδομών, της πολιτικής προστασίας και της κοινωνικής μέριμνας.
Κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολυήμερους καύσωνες, η μνήμη εκείνου του καλοκαιριού επιστρέφει ως υπενθύμιση ότι η ακραία ζέστη δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη καιρική συνθήκη. Μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις πιο φονικές φυσικές καταστροφές, όταν Κράτος και πολίτες δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι.










Comments