ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μητσοτάκης στην ΔΕΘ: Δίνει λίγα, περιμένοντας να πάρει πολλά

0

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε το βράδυ του Σαββάτου στο βήμα της ΔΕΘ για να αναγγείλει, όπως ο ίδιος το ονόμασε, την «ώρα της κοινωνικής ανταπόδοσης». Μόνο που πίσω από τους μεγάλους αριθμούς, τις πολλές εξαγγελίες και το ημερολόγιο παροχών που απλώνεται μέχρι και το 2029, παραμένει ένα πολύ απλό ερώτημα: πόσα πραγματικά επιστρέφει σήμερα στην κοινωνία μια οικονομία από την οποία η κυβέρνηση εισπράττει επί χρόνια πολύ περισσότερα;

Το πακέτο που παρουσιάστηκε κοστολογείται στα 2,2 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει από αύξηση της ετήσιας ενίσχυσης των συνταξιούχων στα 400 ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους, μέχρι μείωση ασφαλιστικών εισφορών, αλλαγές στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών, φοροελαφρύνσεις για αγρότες και τρίτεκνους, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, νέο «Σπίτι μου», παρεμβάσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα και αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ έως το 2028.

Ακούγονται πολλά. Μόνο που αρκετά από αυτά δεν είναι για αύριο το πρωί. Το επίδομα των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους προβλέπεται από τον Δεκέμβριο του 2027, ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ από το 2028, η μείωση της προκαταβολής φόρου των επιχειρήσεων εξελίσσεται σταδιακά και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος στην Αττική φτάνει έως το 2029. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του «πακέτου της ΔΕΘ» είναι περισσότερο ένα πολυετές προεκλογικό ημερολόγιο δεσμεύσεων παρά χρήμα που μπαίνει τώρα στην τσέπη των πολιτών.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία. Η κυβέρνηση δίνει λίγα σήμερα, υποσχόμενη περισσότερα για αύριο, και περιμένει να πάρει πολλά: την ανανέωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις επόμενες εκλογές. Γιατί η περίφημη «κοινωνική ανταπόδοση» πρέπει να μετριέται όχι μόνο με βάση όσα μοιράζονται, αλλά και με βάση όσα έχουν προηγουμένως συγκεντρωθεί.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι μόνο στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασε τα 5,77 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ. Τα καθαρά έσοδα έφτασαν τα 45,2 δισ. ευρώ και ξεπέρασαν τον στόχο σχεδόν κατά 2 δισ. ευρώ.

Άρα το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό:

Όταν η κυβέρνηση πανηγυρίζει για υπερπλεονάσματα, για υπέρβαση των φορολογικών στόχων και για την ισχυρή πορεία των δημόσιων οικονομικών, γιατί η λεγόμενη κοινωνική ανταπόδοση περιορίζεται σε ένα πακέτο 2,2 δισ. ευρώ, και μάλιστα απλωμένο χρονικά σε περισσότερα χρόνια;

Πολύ περισσότερο όταν αυτά τα πλεονάσματα δεν δημιουργούνται σε κοινωνικό κενό. Δημιουργούνται σε μια χώρα όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να κατατρώει μισθούς και συντάξεις, όπου το κόστος στέγασης πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά και όπου οι έμμεσοι φόροι εξακολουθούν να πληρώνονται αναλογικά πολύ βαρύτερα από τα χαμηλότερα εισοδήματα.

Ο «κουμπαράς» που αποκαλύπτει τη φιλοσοφία

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του ταξικού χαρακτήρα που μπορεί να αποκτήσουν ορισμένες από τις εξαγγελίες είναι ο πολυδιαφημισμένος «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά».

Η ιδέα ακούγεται εξαιρετική: οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού έναν αποταμιευτικό λογαριασμό και για κάθε ευρώ που βάζουν εκείνοι, μέχρι 1.200 ευρώ τον χρόνο, θα βάζει άλλο ένα ευρώ το κράτος. Δηλαδή, αν οι γονείς αποταμιεύουν 100 ευρώ τον μήνα, άλλα 100 θα προσθέτει η Πολιτεία. Το ποσό θα μένει δεσμευμένο μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού.

Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτομέρεια που η ωραία εικόνα των 60.000 ευρώ στα 18 χρόνια παρακάμπτει: πόσες οικογένειες σήμερα μπορούν πραγματικά να βάζουν στην άκρη 100 ευρώ κάθε μήνα για κάθε παιδί;

Μια οικογένεια με δύο παιδιά θα πρέπει να βρίσκει 200 ευρώ τον μήνα ή 2.400 ευρώ τον χρόνο για να αξιοποιεί πλήρως το μέτρο. Για ένα νοικοκυριό που μετά το ενοίκιο ή τη δόση, το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τα καύσιμα, τα φροντιστήρια και τις υπόλοιπες καθημερινές υποχρεώσεις φτάνει στο τέλος του μήνα με άδειο λογαριασμό, το περίφημο «100 ευρώ ο γονιός, 100 ευρώ το κράτος» μεταφράζεται πολύ απλά σε: μηδέν ο γονιός, μηδέν και το κράτος.

Κι εδώ βρίσκεται ο πραγματικός ταξικός χαρακτήρας της παρέμβασης. Το κράτος δεν δίνει το ίδιο κεφάλαιο σε κάθε παιδί. Επιδοτεί περισσότερο το παιδί της οικογένειας που έχει ήδη τη δυνατότητα να αποταμιεύσει περισσότερο.

Ο εύπορος γονιός που μπορεί να διαθέτει 1.200 ευρώ τον χρόνο παίρνει ολόκληρη την κρατική ενίσχυση των 1.200 ευρώ. Ο γονιός που δεν μπορεί να βάλει τίποτα στην άκρη, επειδή κάθε ευρώ είναι αναγκαίο για να περάσει ο μήνας, δεν παίρνει τίποτα.

Και τελικά δύο παιδιά που γεννιούνται την ίδια μέρα μπορεί να φτάσουν στα 18 τους με εντελώς διαφορετική κρατική στήριξη, όχι επειδή έχουν διαφορετικές ανάγκες, αλλά επειδή οι γονείς τους είχαν διαφορετικό εισόδημα.

Αυτό δεν είναι ακριβώς πολιτική εξισορρόπησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Είναι ένας μηχανισμός που κινδυνεύει να τις αναπαράγει από την κούνια.

Η ίδια φιλοσοφία μπορεί να εντοπιστεί και σε άλλα μέτρα. Ένα ακόμη πρόγραμμα φθηνών στεγαστικών δανείων βοηθά ασφαλώς όσους μπορούν να μπουν σε τραπεζικό δανεισμό, δεν αποτελεί όμως από μόνο του πολιτική κοινωνικής κατοικίας για εκείνον που δεν έχει ούτε προκαταβολή ούτε την πιστοληπτική δυνατότητα να δανειστεί. Μια φορολογική έκπτωση είναι χρήσιμη σε εκείνον που πληρώνει αρκετό φόρο ώστε να την αξιοποιήσει, δεν έχει όμως την ίδια αξία για τα πολύ χαμηλά εισοδήματα.

Αυτό ακριβώς επεσήμανε και μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης μετά την ομιλία. Το ΠΑΣΟΚ μίλησε για «ημίμετρα», σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους δεν ισοδυναμούν με 13ο μισθό και τα 400 ευρώ στους συνταξιούχους δεν συνιστούν 13η σύνταξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν αξιοποιεί τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για ουσιαστικότερη κοινωνική πολιτική, ενώ Νέα Αριστερά και ΚΚΕ εστίασαν στην αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου και στο κατά πόσο η ανάπτυξη φτάνει πράγματι στη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Η κυβέρνηση, από την άλλη, υποστηρίζει ότι τα μέτρα πρέπει να είναι μόνιμα, κοστολογημένα και συμβατά με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Είναι μια υπαρκτή παράμετρος και κανείς σοβαρός δεν μπορεί να ζητά να μοιράζεται κάθε πλεόνασμα σαν να μην υπάρχουν χρέος, τόκοι, επενδύσεις και δημοσιονομικές δεσμεύσεις.

Αλλά ούτε αυτό απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα:

Ποιος πληρώνει περισσότερο για να δημιουργούνται τα πλεονάσματα και ποιος παίρνει τελικά πίσω το μεγαλύτερο κομμάτι τους;

Εκεί θα κριθεί και το πραγματικό κοινωνικό πρόσημο των εξαγγελιών.

Γιατί ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι κάθε Σεπτέμβριο να ανακοινώνονται μερικές εκατοντάδες ευρώ εδώ, μια φορολογική έκπτωση εκεί και μία ακόμη υπόσχεση που θα ωριμάσει δύο ή τρία χρόνια αργότερα.

Η κοινωνία δεν ζητά «μέρισμα» σαν να είναι μέτοχος μειοψηφίας σε μια επιχείρηση που ανήκει σε άλλους.

Τα πλεονάσματα δημιουργούνται από την ίδια.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της φετινής ΔΕΘ: ότι πίσω από τη φράση «κοινωνική ανταπόδοση» διακρίνεται ξανά η ίδια πολιτική λογική. Το κράτος εισπράττει πολλά, επιστρέφει ένα μέρος, το παρουσιάζει ως μεγάλη παροχή και ζητά πολιτικό αντάλλαγμα.

Δίνει λίγα, λοιπόν, προσδοκώντας να πάρει πολλά.

Και αυτή τη φορά, αυτό που προσδοκά να πάρει δεν μετριέται σε ευρώ.

Μετριέται σε ψήφους.

Ένας νεκρός σε σύγκρουση θαλαμηγού με λέμβο ανοιχτά των Κεχρεών

Previous article

Σικυώνα: Έξι θέματα φέρνει η «Επόμενη Μέρα» στη λογοδοσία της Δημοτικής Αρχής

Next article

You may also like

Comments

Comments are closed.