Η Ουάσιγκτον επανεξετάζει την παρουσία 80.000 στρατιωτών και στέλνει ένα σαφές μήνυμα στους Ευρωπαίους: «Η άμυνά σας περνά στα δικά σας χέρια»
Για σχεδόν οκτώ δεκαετίες η ασφάλεια της Ευρώπης στηρίχθηκε σε μία βασική παραδοχή: ό,τι κι αν συμβεί, πίσω από τις ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται η στρατιωτική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτή η βεβαιότητα αρχίζει πλέον να κλονίζεται.
Και ίσως αυτό να είναι σημαντικότερο ακόμη και από τον αριθμό των Αμερικανών στρατιωτών που τελικά θα αποχωρήσουν από την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η κυβέρνηση Τραμπ ζητά πλέον ανοιχτά από την Ευρώπη όχι απλώς να πληρώνει περισσότερα για την άμυνά της, αλλά να αναλάβει η ίδια την κύρια ευθύνη για τη συμβατική στρατιωτική προστασία της.
Το μήνυμα μετέφερε στις Βρυξέλλες ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ για θέματα Πολιτικής Έλμπριτζ Κόλμπι, την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη η μεγάλη εξάμηνη αναθεώρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη.
Σήμερα περίπου 80.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί εξακολουθούν να βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το Πεντάγωνο εξετάζει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές επιλογές για το μέλλον τους, από τη διατήρηση σημαντικού μέρους της σημερινής διάταξης έως βαθύτερες μειώσεις και ανακατανομή δυνάμεων.
Δεν έχει ληφθεί ακόμη η τελική απόφαση. Η κατεύθυνση, όμως, δύσκολα παρερμηνεύεται.
Δεν ζητούν πλέον μόνο περισσότερα χρήματα
Για χρόνια η αμερικανική κριτική προς την Ευρώπη αφορούσε κυρίως τις αμυντικές δαπάνες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορούσε ήδη από την πρώτη προεδρική θητεία του τους Ευρωπαίους ότι είχαν συνηθίσει να απολαμβάνουν την αμερικανική προστασία χωρίς να πληρώνουν το μερίδιο που τους αναλογούσε.
Τώρα η συζήτηση έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο.
Οι ΗΠΑ ουσιαστικά λένε στους Ευρωπαίους: δεν αρκεί να αυξήσετε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς σας. Πρέπει να μπορείτε και να πολεμήσετε χωρίς να περιμένετε από την Αμερική να κάνει τη βασική δουλειά.
Αυτό σημαίνει περισσότερα στρατεύματα, αεράμυνα, πυρομαχικά, σύγχρονα οπλικά συστήματα, επιμελητεία, πληροφορίες και –κυρίως– δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων.
Οι χώρες του ΝΑΤΟ έχουν ήδη συμφωνήσει σε δραστική αύξηση των δαπανών που συνδέονται με την άμυνα και την ασφάλεια έως το 2035. Για την Ουάσιγκτον, όμως, τα χρήματα από μόνα τους δεν αρκούν.
Το ερωτηματολόγιο που ανησύχησε την Ευρώπη
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το ερωτηματολόγιο που απέστειλε η αμερικανική πλευρά στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η Ουάσιγκτον δεν ρωτά μόνο πόσα χρήματα δαπανά κάθε χώρα για την άμυνα.
Ρωτά για την πρόσβαση των αμερικανικών δυνάμεων σε βάσεις και εναέριο χώρο, για περιορισμούς στις αμερικανικές επιχειρήσεις, για τις αμυντικές προμήθειες αλλά ακόμη και για τη στάση των κυβερνήσεων απέναντι σε βασικές επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες αλλαγές.
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη φαίνεται ότι παύει σταδιακά να θεωρείται κάτι αυτονόητο και αποκτά περισσότερο συναλλακτικό χαρακτήρα: πόσο συνεισφέρεις, πόσο συνεργάζεσαι, τι διευκολύνσεις παρέχεις και πόσο αξιόπιστος σύμμαχος θεωρείσαι.
Η Πολωνία κερδίζει, η παλιά Ευρώπη ανησυχεί
Η αλλαγή αυτή δεν θα επηρεάσει όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο.
Η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής αντιμετωπίζουν την παρουσία των Αμερικανών ως κρίσιμο παράγοντα αποτροπής απέναντι στη Ρωσία και εμφανίζονται διατεθειμένα να πληρώσουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος του κόστους προκειμένου να τους κρατήσουν στο έδαφός τους.
Παράλληλα, η γεωγραφία της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας μετακινείται σταδιακά ανατολικότερα.
Η Γερμανία παραμένει ο βασικός κόμβος των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, όμως η Πολωνία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Και αυτό δείχνει ότι η συζήτηση δεν αφορά απαραίτητα μια ολοκληρωτική αμερικανική αποχώρηση από την Ευρώπη. Αφορά πιθανότατα λιγότερη Αμερική, διαφορετικά τοποθετημένη και με πολύ αυστηρότερους όρους.
Γιατί οι ΗΠΑ κοιτούν αλλού
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει μία πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αλλαγή. Για την Ουάσιγκτον, ο μεγάλος ανταγωνιστής του 21ου αιώνα δεν βρίσκεται στην Ευρώπη. Βρίσκεται στην Ασία. Είναι η Κίνα.
Ο Ινδο-Ειρηνικός αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό και κάθε στρατιώτης, κάθε αεροσκάφος, κάθε πλοίο και κάθε δισεκατομμύριο δολάρια που δεσμεύονται στην Ευρώπη αποτελούν δυνάμεις και πόρους που δεν είναι διαθέσιμοι αλλού.
Γι’ αυτό και η πίεση προς τους Ευρωπαίους δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη μία ιδιοτροπία του Ντόναλντ Τραμπ. Αποτελεί μέρος μιας βαθύτερης μετατόπισης των αμερικανικών προτεραιοτήτων.
Το δύσκολο ερώτημα: Μπορεί η Ευρώπη μόνη της;
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα.
Η Ευρώπη είναι οικονομικός γίγαντας, αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές στρατιωτικές εξαρτήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν είναι μόνο τα αμερικανικά στρατεύματα. Είναι οι πληροφορίες, οι δορυφορικές δυνατότητες, οι στρατηγικές μεταφορές, η διοίκηση, η επιμελητεία, η αεράμυνα και φυσικά η αμερικανική πυρηνική αποτροπή.
Η δημιουργία πραγματικής ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας δεν γίνεται απλώς με την αύξηση ενός κονδυλίου στον προϋπολογισμό.
Χρειάζεται χρόνος, κοινός σχεδιασμός, βιομηχανική παραγωγή και –το δυσκολότερο απ’ όλα– πολιτική συμφωνία για το ποιος αποφασίζει, ποιος διοικεί και ποιος πολεμά όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή.
Και η Ευρώπη απέχει ακόμη από αυτό.
Το τέλος μιας βεβαιότητας
Γι’ αυτό και η συζήτηση για το αν θα φύγουν 5.000, 10.000 ή περισσότεροι Αμερικανοί στρατιώτες ίσως χάνει το σημαντικότερο σημείο.
Το πραγματικό γεγονός είναι ότι για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες οι Ευρωπαίοι καλούνται σοβαρά να σχεδιάσουν την ασφάλειά τους με την πιθανότητα ότι η αμερικανική παρουσία θα είναι μικρότερη και η αμερικανική βοήθεια λιγότερο αυτονόητη.
Η Αμερική δεν εγκαταλείπει την Ευρώπη. Αλλά της λέει ότι το μοντέλο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορεί να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους.
Και κάπως έτσι, ένα ερώτημα που για δεκαετίες έμοιαζε θεωρητικό γίνεται απολύτως πραγματικό:
Είναι έτοιμη η Ευρώπη να υπερασπιστεί μόνη της την Ευρώπη;










Comments